«Δεν Είσαι Άγιος»
Αυτό είναι το τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο του Μέρους VI: Η Υπόθεση υπέρ της Παύσεως. Το Κεφάλαιο 26 θεμελίωσε γιατί η κοινωνία με τη αίρεση απαιτεί αποχωρισμό, αντιμετωπίζοντας τον Δονατισμό, τη φύση μυστηριακής μολύνσεως, και το ερώτημα ποιος μπορεί να αναγνωρίσει αίρεση. Αυτό το κεφάλαιο απαντά στις πιο κοινές εναπομένουσες ενστάσεις.
Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στα προηγούμενα κεφάλαια προκαλούν μια προβλέψιμη ένσταση: «Ακόμη κι αν η αίρεση μπορεί να αναγνωριστεί χωρίς σύνοδο, ποιος είσαι εσύ να ενεργήσεις βάσει αυτής; Δεν είσαι ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Δεν είσαι ο Άγιος Μάρκος Εφέσου. Για αγίους ανθρώπους σαν κι αυτούς, ωραία. Αλλά εσύ; Πόσο υπερήφανο να νομίζεις ότι μπορείς να παύσεις μνημόνευση.»
Αυτό το επιχείρημα είναι συκοφαντία. Αποδίδει ψευδώς υπερήφανα κίνητρα σε ανθρώπους που απλά προσπαθούν να ακολουθήσουν τι δίδαξαν οι Πατέρες.
Όταν κάποιος λέει «βλέπω τι έκανε ο Άγιος Μάρκος, και θέλω να ακολουθήσω αυτό το πρότυπο δια Χάριτος Θεού», δεν λέει «είμαι ίσος με τον Άγιο Μάρκο σε αγιότητα». Λέει: «Ο Άγιος Μάρκος μου έδειξε το πρότυπο. Στη αδυναμία μου, θα προσπαθήσω να το ακολουθήσω.» Αυτό είναι ταπείνωση, όχι υπερηφάνεια. Είναι η ίδια ταπείνωση που κάθε Ορθόδοξος Χριστιανός ασκεί όταν διαβάζει βίους αγίων και προσπαθεί, όσο ατελώς κι αν, να ζήσει αναλόγως.
Η ένσταση αντιστρέφει τη πραγματικότητα. Δεν είναι υπερήφανο να ακολουθήσεις το παράδειγμα ενός αγίου· υπερήφανο είναι να αρνηθείς να το ακολουθήσεις επειδή νομίζεις ότι γνωρίζεις καλύτερα από τον άγιο πότε πρέπει κάποιος να δράσει.
Μια σχετική ένσταση: «Αλλά αυτός είναι ο Πατριάρχης. Δεν μπορούμε να τον κρίνουμε.»
Ο Μητροπολίτης Αυγουστίνος Καντιώτης απάντησε σε αυτό ευθέως:
Εάν τις υμάς ευαγγελίζεται παρ’ ο παρελάβετε, ανάθεμα έστω (Γαλ. 1:9).
Είδατε τι είπε ο Απόστολος Παύλος; Εάν τις λέγει πράγματα αντίθετα προς τη Αγία Παράδοση της Εκκλησίας, τότε αυτός, οποιοσδήποτε κι αν είναι· μπορεί να είναι λαϊκός που θέλει να βάλει δυναμίτη και να ανατινάξει τη Εκκλησία: ανάθεμα. Ή μπορεί να είναι γυναίκα: ανάθεμα. Ή μπορεί να είναι ιερεύς: ανάθεμα. Μπορεί να είναι επίσκοπος: ανάθεμα. Μπορεί να είναι αρχιεπίσκοπος: ανάθεμα. Μπορεί να είναι πατριάρχης: ανάθεμα.
— Μητροπολίτης Αυγουστίνος Καντιώτης, Χριστιανοί των Εσχάτων Καιρών, σ. 91
Το αξίωμα δεν προσφέρει προστασία. Ο Απόστολος Παύλος δεν πρόσθεσε: «εκτός αν είναι πατριάρχης.» Αν το αξίωμα δεν μπορεί να προστατεύσει τον αιρετικό από ανάθεμα, σίγουρα δεν μπορεί να προστατεύσει τους πιστούς από τη υποχρέωση ανταποκρίσεως.
Ο Άγιος Παΐσιος συμφωνεί ότι αυτό είναι υπερήφανο;
Ο ίδιος ο Άγιος Παΐσιος φαινομενικά παρέχει σε αυτή τη ένσταση τη δυνατότερη πατερική φωνή. Γράφοντας σε νεαρό λαϊκό που ετοιμαζόταν για μοναχισμό, συμβουλεύει:
Αν θέλεις να μένεις ειρηνικός, μη διαβάζεις βιβλία ή φυλλάδια που υποκινούν στάση και αναφέρουν εκκλησιαστικά θέματα, γιατί δεν είσαι ικανός για τόσο σοβαρές υποθέσεις. Χρειάζεσαι βιβλία που θα βοηθήσουν στη μετάνοιά σου. Αν θέλεις να βοηθήσεις τη Εκκλησία, διόρθωσε τον εαυτό σου, και αμέσως ένα μικρό μέρος της Εκκλησίας διορθώνεται. Φυσικά, αν όλοι έκαναν αυτό, τότε η Εκκλησία θα ήταν σε τάξη.
— Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, Επιστολές, σ. 48
Στη ίδια επιστολή προειδοποιεί ότι αμόρφωτο πρόσωπο που ερμηνεύει δόγμα «θα νομίζει ότι είναι ο Άγιος Μάρκος Εφέσου, ενώ στη πραγματικότητα είναι ένα αγρίμι που είναι τρομερά πεισματάρικο».[1]
Αυτό όμως χρειάζεται στενότερη εξέταση.
Αυτή είναι ποιμαντική συμβουλή σε αρχάριο, και προϋποθέτει ότι ο αρχάριος εισέρχεται σε Εκκλησία όπου άλλοι υπερασπίζονται τη πίστη. Όταν ο Παΐσιος τη έγραψε, αυτό ίσχυε, γιατί αυτός τη υπερασπιζόταν. Και τα είκοσι μοναστήρια του Αγίου Όρους τη υπερασπίζονταν. Ο αρχάριος μπορούσε με ασφάλεια να επικεντρωθεί στη μετάνοια γιατί οι ενήλικες ήταν στο δωμάτιο, ας πούμε.
Ο ίδιος ο Παΐσιος έπαψε τη μνημόνευση του Πατριάρχη Αθηναγόρα, έγραψε δημοσίως περί οικουμενισμού,[2] και ενθάρρυνε άλλα μοναστήρια να πράξουν το ίδιο. Είπε στους αρχάριους να μείνουν μακριά από εκκλησιαστικές μάχες, γιατί δεν χρειαζόταν, γιατί αυτός και άλλοι πολεμούσαν σε αυτές. Η συμβουλή του προϋποθέτει ότι η Ορθοδοξία που περιβάλλει τον αρχάριο είναι υγιής, και ότι κάποιος, κάπου, ήδη κάνει τη δουλειά.
Αυτό όμως δεν ισχύει στη εποχή μας, όπου οι ιεράρχες μας εμπλέκονται δημοσίως στον Οικουμενισμό χωρίς καμία από τη αντίσταση που παρείχε ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης.
Δεν υπάρχει δίβαθμο σύστημα
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αντιμετώπισε τη δικαιολογία του λαϊκού ευθέως:
Μη λέγε εις εαυτόν: Είμαι κοσμικός άνθρωπος, έχω γυναίκα και παιδιά· αυτό είναι υπόθεσις Ιερέων· αυτό είναι υπόθεσις μοναχών. Εκείνος ο Σαμαρείτης δεν είπε τέτοια λόγια: Πού τώρα οι ιερείς, πού τώρα οι Φαρισαίοι, πού οι διδάσκαλοι των Ιουδαίων; Αλλ’ ωσάν να βρήκε μεγάλη λεία, άρπαξε το κέρδος. Και ούτως, όταν βλέπεις κάποιον χρήζοντα θεραπείας, είτε σωματικής είτε ψυχικής, μη λέγε εις εαυτόν: «Γιατί ο τάδε ή ο δείνα δεν τον εθεράπευσε;» αλλά ελευθέρωσέ τον από τη νόσο του.
— Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ομιλία Η’ Κατά Ιουδαϊζόντων, §4 (PG 48:932-933)
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν λέγει ότι «αυτό είναι υπόθεσις μοναχών» αποτελεί εύλογο προβληματισμό προς στάθμιση. Λέγει ότι ο Καλός Σαμαρείτης δεν είπε τέτοια λόγια.
Ο Άγιος Ιωάννης Σαγκάης και Σαν Φρανσίσκο διατύπωσε τη αρχή και το ιστορικό τεκμήριο:
Κατά τη Ορθόδοξο αντίληψη, η Εκκλησία δεν αποτελείται μόνον από ιεράρχες και κλήρο, αλλά από ολόκληρο τον πιστεύοντα Ορθόδοξο λαό. Αυτή η ολότητα και ενότητα, μετέχουσα Χριστού εν τοις Αγίοις Μυστηρίοις, είναι η Εκκλησία, το Σώμα Χριστού. Ιεράρχες και κλήρος είναι οι ηγέτες της ζωής της Εκκλησίας, αλλά ενεργός συμμετοχή σε αυτήν και ευθύνη για τη ζωή της Εκκλησίας βαρύνει εξίσου τους λαϊκούς. Η ιστορία της Εκκλησίας μας λέγει πόσο οι λαϊκοί υπηρέτησαν τη Εκκλησία τόσο κατά τη εποχή της Αρειανικής διαστρεβλώσεως της Ορθοδοξίας, όσο και στους καιρούς της εικονομαχίας, και στη νοτιοδυτική Ρωσία οι Ορθόδοξες αδελφότητες υπερασπίστηκαν τη Ορθοδοξία κατά της κυριαρχίας και επιρροής αλλοθρήσκων.
— Άγιος Ιωάννης Σαγκάης και Σαν Φρανσίσκο, «Ομιλία κατά τα Εγκαίνια του Συλλόγου “Ορθόδοξος Δράσις”» (1959)
Η ευθύνη για τη ζωή της Εκκλησίας δεν ανήκει στη ιεραρχία μόνον. Σε κάθε μεγάλη κρίση, από τον Αρειανισμό στη εικονομαχία στη Ουνία, ήταν οι λαϊκοί που διαφύλαξαν ό,τι η ιεραρχία εγκατέλειψε.
Η Εγκύκλιος 1848 των Ανατολικών Πατριαρχών (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, και Ιεροσολύμων από κοινού) κήρυξε αυτό ως δογματική αρχή:
Ούτε Πατριάρχαι ούτε Σύνοδοι εδυνήθησαν τότε να εισαγάγωσι νεωτερισμόν τινα παρ’ ημίν, διότι ο υπερασπιστής της θρησκείας εστίν αυτό τούτο το σώμα της Εκκλησίας, ήτοι αυτός ο λαός, όστις εθέλει το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των Πατέρων αυτού.
— Εγκύκλιος Ανατολικών Πατριαρχών, 1848, §17
Τέσσερις Πατριάρχες κήρυξαν από κοινού: ο φρουρός της πίστεως είναι ο ίδιος ο λαός. Όχι η ιεραρχία. Όχι οι θεολόγοι. Ο λαός.
Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης το διατύπωσε με ακόμη μεγαλύτερη δύναμη, αντιμετωπίζοντας ειδικά τη ένσταση ότι οι λαϊκοί πρέπει να μένουν μακριά από εκκλησιαστικά ζητήματα:
Ο ευσεβής λαός, σύμφωνα με το κανονικό δίκαιο της Εκκλησίας, είναι ο φρουρός της Ορθοδοξίας και έχει υποχρέωση: οποτεδήποτε ένας ιεράρχης εκτρέπεται από τη τροχιά της Ορθοδοξίας και αναίσχυντα, δημοσίως κηρύσσει κάτι μη σύμφωνο με τη Ορθόδοξη πίστη, ο λαός όχι μόνον πρέπει να διαμαρτύρεται κατά της εκτροπής, αλλά πρέπει να διακόπτει κάθε πνευματική σχέση με τον εκτρεπόμενο ιεράρχη.
— Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, Πνευματικοί Λόγοι, Τόμ. 1: Με Πόνο και Αγάπη για τον Σύγχρονο Άνθρωπο
Σε χωριστό τόμο το είπε όσο πιο απλά γίνεται:
Δεν είναι σωστό να φιλονικείς για λογαριασμό σου. Είναι, βέβαια, άλλο θέμα αν αντιδράσεις για να υπερασπιστείς σοβαρά πνευματικά θέματα, θέματα που αφορούν την πίστη μας, την Ορθοδοξία. Αυτό είναι καθήκον σου.
— Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, Πνευματικοί Λόγοι, Τόμ. 2: Πνευματική Αφύπνιση
Στην επιστολή του 1969 περί οικουμενισμού, ήταν ακόμη πιο συγκεκριμένος:
Εκ των έσω, πλησίον της Μητρός Εκκλησίας, είναι καθήκον και υποχρέωση κάθε μέλους να αγωνιστεί με τον τρόπο του.
— Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, Επιστολή προς τον Αρχιμανδρίτη Χαράλαμπο Βασιλόπουλο περί Οικουμενισμού (23 Ιανουαρίου 1969)
Και όταν ρωτήθηκε τι γίνεται όταν ο κλήρος αποτυγχάνει να δράσει, απάντησε ξεκάθαρα:
Τότε ο αγώνας πέφτει στον λαό… όπως το βάρος πέφτει στον λαό στη μικρή πατρίδα μας, το ίδιο είναι και με το βάρος της Εκκλησίας, πέφτει στον λαό.
Προχώρησε ακόμη περισσότερο, καταδικάζοντας ονομαστικά την ίδια ένσταση που πραγματεύεται αυτό το κεφάλαιο:
Αλλά εμείς έχουμε ευθύνη να μην αφήσουμε τους εχθρούς της Εκκλησίας να τα διαφθείρουν όλα. Αν και έχω ακούσει ακόμη και ιερείς να λένε: «Μην ανακατεύεσαι σ’ αυτά. Δεν είναι δική σου δουλειά!» Αν είχαν φτάσει σε τέτοια μη-αγωνιστική κατάσταση δια της προσευχής, θα τους φιλούσα τα πόδια. Αλλά όχι! Είναι αδιάφοροι επειδή θέλουν να ευχαριστούν τους πάντες και να ζουν άνετα.
Η αδιαφορία είναι απαράδεκτη ακόμη και για λαϊκούς, πολλώ δε μάλλον για τον κλήρο. Ένας έντιμος, πνευματικός άνθρωπος δεν κάνει τίποτε με αδιαφορία. «Επικατάρατος ο ποιών το έργον Κυρίου αμελώς», λέγει ο Προφήτης Ιερεμίας (Ιερ. 48:10).
Αν η Εκκλησία σωπαίνει, για να αποφύγει σύγκρουση με τη κυβέρνηση, αν οι μητροπολίτες σωπαίνουν, αν οι μοναχοί σωπαίνουν, τότε ποιος θα μιλήσει;
Και άλλοι μιλούν με ψευδή καλοσύνη, λέγοντας: «Δεν πρέπει να εκθέτουμε τους αιρετικούς και τις πλάνες τους, για να δείξουμε την αγάπη μας προς αυτούς.»
— Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, Περί Εσχάτων
«Μην ανακατεύεσαι σ’ αυτά. Δεν είναι δική σου δουλειά.» «Δεν πρέπει να εκθέτουμε τους αιρετικούς.» «Μην αναστατώνεις τον κόσμο.» Αυτά δεν είναι λόγια αγίων. Είναι τα λόγια που καταδικάζει ο Άγιος Παΐσιος. Τα ονομάζει αδιαφορία, όχι σύνεση· δειλία, όχι ταπείνωση.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης προειδοποιεί ότι η σιωπή δεν είναι απλώς χαμένη ευκαιρία· είναι αμαρτία για την οποία ο σιωπών θα δώσει λόγο:
«Και έδωκεν αυτοίς εντολήν, εκάστω περί του πλησίον αυτού» (Σοφ. Σειρ. 17:14). Πόσο μάλλον τώρα δίνει ο Θεός την ίδια εντολή σε κάθε Χριστιανό, να βοηθά και να διορθώνει τον αδελφό του; Αν ο Θεός δίνει τέτοια εντολή σε κάθε Χριστιανό, είναι φανερό ότι όποιος την παραβαίνει και δεν διορθώνει τον αδελφό του θα δώσει λόγο στον Θεό και για αυτή τη παράβαση και για την απώλεια του αδελφού του.
— Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, Χριστιανική Ηθική
Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Ισαπόστολος, απηύθυνε τη διδαχή του όχι στον κλήρο αλλά σε απλούς Χριστιανούς:
Αδελφοί μου εν Χριστώ, με ανδρεία και αφοβία φυλάξατε τη αγία πίστη μας και τη γλώσσα των Πατέρων μας, γιατί αυτά τα δύο χαρακτηρίζουν τη πολυαγαπημένη μας πατρίδα, και χωρίς αυτά το έθνος μας καταστρέφεται.
— Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, στο Nomikos Michael Vaporis, Father Kosmas, the Apostle of the Poor, σ. 146
Παρατηρήστε τι λένε οι άγιοι. Ο «λαός». «Αδελφοί εν Χριστώ». Απλοί πιστοί. Οι άγιοι δεν ανέθεσαν τη υπεράσπιση πίστεως σε άλλους αγίους. Τη ανέθεσαν στο σύνολο των πιστών: σε οικογένειες, σε χωρικούς, στον «ίδιο τον λαό». Όταν κάποιος λέει «δεν είσαι άγιος», δεν υπερασπίζεται τη πατερική παράδοση· τη αντιφάσκει. Αυτοί ακριβώς οι άγιοι που επικαλούνται ανέθεσαν το καθήκον σε αυτούς ακριβώς τους ανθρώπους που τους λένε να σιωπήσουν.
Οφείλουμε να μιμηθούμε τους αγίους μας
Ιερομάρτυς Δανιήλ Συσόεφ:
Πρέπει να μιμούμαστε τους αγίους όπως εκείνοι μιμούνται τον Χριστό… Ο Κύριος όμως μας δίδει παραδείγματα προς μίμηση στους αγίους. Γι’ αυτό δοξάζουμε τους αγίους, ψάλλουμε ύμνους προς τιμήν τους, και διαβάζουμε τους βίους τους. Προσευχόμαστε και ζητούμε τις προσευχές τους, ώστε να προσευχόμαστε στον Θεό μαζί τους, να τους μιμούμαστε όπως εκείνοι μιμήθηκαν τον Χριστό, και μαζί τους να μαθαίνουμε έτσι να Τον μιμούμαστε. Αν θέλετε, οι άγιοι είναι οι διδάσκαλοί μας στο έργο της ομοιώσεως προς τον Χριστό.
— Ιερομάρτυς Δανιήλ Συσόεφ, Women in the Church: Submission or Equality? (Γυναίκες στη Εκκλησία: Υποταγή ή Ισότητα;), σσ. 6-7
…πόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωσή μας να μιμηθούμε τους Αγίους.
— Μέγας Βασίλειος (Κεφάλαιο 26)
Είναι πρέπον εμείς, διδαγμένοι από τους αγίους, να κάνουμε όπως εκείνοι και να μιμηθούμε το θάρρος τους.
— Μέγας Αθανάσιος, Βίος Αντωνίου, Τμήμα 27
Μελετώντας τους βίους των αγίων, η ψυχή μας ζεσταίνεται και κινητοποιείται να τους μιμηθεί, και να προχωρήσει με ανδρικό θάρρος στον αγώνα κτήσεως αρετών. Μπορούμε να δούμε τη αγάπη τους για τον Θεό, η οποία, με τη σειρά της, ανάβει θεϊκό ζήλο μέσα μας να τους μιμηθούμε.
— Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, Πνευματικοί Λόγοι, Τόμ. 2: Πνευματική Αφύπνιση
Προειδοποίησε κατά της αντίθετης στάσεως: οι Χριστιανοί δεν πρέπει «απλώς να παρακολουθούν τους αγωνιζόμενους αθλητές» από τα θεωρεία, αλλά να αναλάβουν οι ίδιοι τον αγώνα.[3]
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής δεν είπε «μόνον αν είσαι τόσο άγιος όσο εγώ». Όταν του είπαν να πιστεύει ό,τι θέλει στη καρδιά του αλλά να μη «προκαλεί αναταραχή», δεν επικαλέστηκε τη δική του αγιότητα. Επικαλέστηκε τη Γραφή:
Η σωτηρία δεν εξαρτάται μόνον από τη πίστη της καρδίας. Ακούσατε τα λόγια του Κυρίου: «Πας ούν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ. 10:33). Ο άγιος Απόστολος επίσης μας παροτρύνει, γράφοντας: «Καρδία γαρ πιστεύεται εις δικαιοσύνην, στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν» (Ρωμ. 10:10). Εάν ο Θεός, και οι προφήτες και Απόστολοι, διατάσσουν τo μέγα Μυστήριο της Πίστεως, που φέρει σωτηρία στον κόσμο, να κηρύσσεται, τότε η σωτηρία ημών και των άλλων εμποδίζεται όταν απαγορεύεται η κήρυξη Πίστεως.
— Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, στο The Great Synaxaristes of the Orthodox Church, μτφ. Holy Apostles Convent, Τόμ. 1 (Ιανουάριος), σ. 849
Κανείς δεν συγκρίνει τον εαυτό του με τον Άγιο Μάξιμο. Αλλά η ίδια η διδασκαλία του Αγίου Μαξίμου δεν εφαρμόζεται μόνον στον εαυτό του.
Όταν κάποιος λέγει σε πιστό Χριστιανό «δεν είσαι άγιος», «δεν είσαι επίσκοπος», «δεν είσαι θεολόγος», και άρα δεν μπορείς να μιλάς γι’ αυτά τα θέματα, προσπαθεί να καταπνίξει τη Πίστη.
Ο Άγιος Μάξιμος διατυπώνει το αξίωμα ξεκάθαρα:
Η καταπίεση της Πίστεως αποτελεί άρνησή της.
— Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, στο The Great Synaxaristes of the Orthodox Church, μτφ. Holy Apostles Convent, Τόμ. 1 (Ιανουάριος), σ. 849
Η ένσταση «δεν είσαι άγιος» δεν αποτελεί θέση σεμνότητος. Αποτελεί άρνηση Πίστεως, γιατί επιδιώκει να αποσιωπήσει τη ομολογία αυτής ακριβώς της Πίστεως.
Όταν κατηγορήθηκε για αλαζονεία επειδή στεκόταν μόνος κατά ολόκληρης της θεσμικής Εκκλησίας, ο Άγιος Μάξιμος απάντησε όχι με αξίωση εξουσίας, αλλά με το αντίθετο:
Δεν τολμώ να δεχθώ το έγγραφό σου περί τέτοιου θέματος. Είμαι απλός μοναχός.
— Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, στο The Great Synaxaristes of the Orthodox Church, μτφ. Holy Apostles Convent, Τόμ. 1 (Ιανουάριος), σ. 845
Δεν έχω δικά μου δόγματα. Κρατώ μόνον εκείνα τα κοινά της καθολικής Εκκλησίας. Κανένας λόγος στη ομολογία Πίστεώς μου δεν μπορεί να χαρακτηριστεί δικό μου εφεύρημα.
— Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, στο The Great Synaxaristes of the Orthodox Church, μτφ. Holy Apostles Convent, Τόμ. 1 (Ιανουάριος), σ. 857
«Απλός μοναχός» που δεν είχε «δικά του δόγματα». Δεν ισχυρίστηκε αγιότητα όπως άλλοι τη προβάλλουν σε αυτόν. Ισχυρίστηκε τη κοινή πίστη. Και η κοινή πίστη είναι διαθέσιμη σε κάθε βαπτισμένο Χριστιανό.
Ο Άγιος Μάρκος Εφέσου, όταν ο Πάπας Ευγένιος απείλησε να τον καθαιρέσει επειδή αρνήθηκε να υπογράψει το διάταγμα ενώσεως στη Φλωρεντία, έδωσε τη οριστική απάντηση σε αυτή τη ένσταση:
Αι Σύνοδοι κατακρίνουν εκείνους οίτινες δεν υπακούουν εις τη Εκκλησία και υπερασπίζονται γνώμας αντίθετους προς εκείνας τας οποίας αυτή διδάσκει. Εγώ ούτε κηρύσσω εις ιδίαν δόξαν, ούτε είπα τι νέο ή άγνωστο εις τη Εκκλησία. Διαφυλάττω ακεραίας τας καθαράς και ανόθευτους διδασκαλίας τας οποίας η Εκκλησία παρέλαβε και διατηρεί, και εξακολουθεί να διατηρεί, από τον Χριστόν Σωτήρα… Εάν λοιπόν μένω σταθερός σε αυτή τη διδασκαλία και δεν επιθυμώ να αποκλίνω απ’ αυτής, πώς είναι δυνατόν να με κρίνουν ως αιρετικόν; Πρώτα πρέπει να κρίνουν τη διδασκαλία στη οποία πιστεύω, και μετά να κρίνουν εμένα. Εάν όμως η ομολογία είναι αγία και Ορθόδοξη, πώς μπορώ δικαίως να κριθώ;
— Άγιος Μάρκος Εφέσου, στο The Great Synaxaristes of the Orthodox Church, μτφ. Holy Apostles Convent, Τόμ. 1 (Ιανουάριος), σσ. 753-754
Ο Άγιος Μάρκος Εφέσου δηλώνει κατηγορηματικά: μη αξιολογείτε το πρόσωπο, ή τη αγιότητά του. Αξιολογήστε τη διδασκαλία.
Κατά συνέπεια, ο Άγιος Μάρκος Εφέσου, ως ο μοναδικός που αντιστάθηκε στη ψευδή ένωση στη Φλωρεντία, δεν επικαλέστηκε τη δική του αγιότητα, ούτε κανένας άλλος εκ των υποδειγματικών αγίων μας επικαλέστηκε τη δική του αγιότητα ή χάρη ως αυτοδικαίωση.
Οι άγιοι έγιναν άγιοι γιατί κρατούσαν τη σωστή διδασκαλία
Οι άγιοι δεν αντιστάθηκαν στη αίρεση λόγω αγιότητός τους. Έγιναν άγιοι γιατί κρατούσαν τη σωστή διδασκαλία. Ορθοδοξία: ορθή διδασκαλία. Και μέσω αυτής της ορθής διδασκαλίας και Ορθοδοξίας τους, έγιναν άγιοι.
Αλλά οι σύγχρονοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν αγαπούν τη διδασκαλία τους, ενώ εξακολουθούν να θέλουν να τιμούν αυτούς τους αγίους, και έτσι υποκλίνονται και τιμούν τους αγίους, ενώ δεν γνωρίζουν τίποτα από ό,τι είπαν ή δίδαξαν.
Οι άγιοι είπαν: «Κρίνετε τη διδασκαλία, όχι εμένα.» Οι σύγχρονοι ερμηνευτές τους λένε: «Δεν μπορείτε να ακολουθήσετε τη διδασκαλία, γιατί δεν είστε αυτοί», και ούτω τους αντιφάσκουν.
Ο Μητροπολίτης Αυγουστίνος Καντιώτης, σύγχρονος ομολογητής που έζησε ακριβώς αυτό το πρότυπο, δήλωσε ξεκάθαρα τι πρέπει να πράξουν οι πιστοί:
Οποτεδήποτε ένας ιεράρχης εκτρέπεται από τη τροχιά της Ορθοδοξίας και αναίσχυντα, δημοσίως κηρύσσει κάτι μη σύμφωνο με τη Ορθόδοξη πίστη, ο λαός όχι μόνον πρέπει να διαμαρτύρεται κατά της εκτροπής, αλλά πρέπει να διακόπτει κάθε πνευματική σχέση με τον εκτρεπόμενο ιεράρχη.
— Μητροπολίτης Αυγουστίνος Καντιώτης, Χριστιανοί των Εσχάτων Καιρών, σ. 79
Προσέξτε ότι δεν λέει «μόνον οι άγιοι πρέπει να διαμαρτυρηθούν». Σαφώς δηλώνει ότι ο λαός πρέπει να διαμαρτυρηθεί. Και όχι μόνον διαμαρτυρία: διακοπή κάθε πνευματικής σχέσεως.
Η αξία των προσώπων δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
— Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Σχόλιο στη προς Γαλάτας, Ομιλία 1
Μέγας Βασίλειος:
Όπως οι ζωγράφοι, όταν αντιγράφουν από άλλες εικόνες, κοιτάζουν συνεχώς το πρότυπο και κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούν για να μεταφέρουν τα χαρακτηριστικά του στο δικό τους έργο, ούτω πρέπει και εκείνος που επιθυμεί να καταστήσει τον εαυτό του τέλειο σε όλους τους κλάδους αριστείας, να κρατά τα μάτια του στραμμένα στους βίους των αγίων σαν σε ζωντανά και κινούμενα αγάλματα, και να κάνει τη αρετή τους δική του δια μιμήσεως.
— Μέγας Βασίλειος, Επιστολή 2 (προς Γρηγόριο Ναζιανζηνό)
Όχι «θαύμαζε από απόσταση αν δεν είσαι αρκετά άγιος». Ζωντανά και κινούμενα αγάλματα προς μίμηση.
Ο Άγιος Ιωάννης Κρονστάνδης, ένας εκ των πιο αγαπημένων αγίων στη Ρωσική Ορθόδοξη παράδοση, δεν αφήνει χώρο για αφαίρεση:
Οι εικόνες των αγίων πρέπει να είναι οι οικιακοί και εκκλησιαστικοί μας δάσκαλοι. Διαβάστε τους βίους τους, και εγχαράξτε τους στη καρδιά σας, και φροντίστε να φέρετε τη ζωή σας σε συμφωνία με τη δική τους.
— Άγιος Ιωάννης Κρονστάνδης, Η Ζωή μου εν Χριστώ, μτφ. E.E. Goulaeff (Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος, Jordanville, NY, 1994), σ. 519
Εγχαράξτε τους στη καρδιά σας. Φέρτε τη ζωή σας σε συμφωνία με τη δική τους. Αυτή είναι ευθεία εντολή αγίου που πέθανε το 1909, αγίου που κανείς δεν μπορεί να απορρίψει ως ανήκων σε απομακρυσμένη εποχή, ούτε ως μη κατανοών τη Ρωσία, ή τι πρέπει να επιδιώκει.
Ο Άγιος Ιωάννης Σαγκάης και Σαν Φρανσίσκο, ο μέγας θαυματουργός της ROCOR, έγραψε στα παιδιά του ποιμνίου του, θέτοντας τους Τρεις Παίδες ενώπιόν τους ως πρότυπα:
Θέλετε να μιμηθείτε αυτούς τους αγίους που είναι συνομήλικοί σας, ή θέλετε να ακολουθήσετε τη ευρεία οδό, περιφρονώντας κάθε κανόνα;
— Άγιος Ιωάννης Σαγκάης και Σαν Φρανσίσκο, επιστολή σε παιδιά, Εισόδια Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου 1952), στο Blessed John the Wonderworker: Record Book of Intercessions, σσ. 381-382
Αν ένας άγιος καλεί παιδιά να μιμηθούν τους αγίους, ο ισχυρισμός ότι μόνον οι άγιοι μπορούν να το κάνουν αναιρείται από τους ίδιους τους αγίους που επικαλείται.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, συντάκτης του Πηδαλίου και της Φιλοκαλίας, αναγνωρίζει τη μίμηση ως τον ίδιο τον σκοπό του λειτουργικού ημερολογίου:
Αλλά ακούσατε, ανόητοι άνθρωποι που προβάλλετε τέτοιες προφάσεις: εορτές και πανηγύρεις Αγίων τελούνται για κανέναν άλλον σκοπό παρά για να συγκεντρώνονται σε αυτές οι Χριστιανοί, να ακούν τα κατορθώματα των εορταζομένων Αγίων, και κατά το δυνατόν, να μιμούνται τους ίδιους τους Αγίους, και ούτω να λαμβάνουν ευσέβεια στις ψυχές τους, και στους βίους τους διόρθωση και ορθότητα.
— Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, Χριστιανική Ηθική, σσ. 44-45
Ο άνθρωπος που κωδικοποίησε τους κανόνες λέει ότι ολόκληρο το λειτουργικό ημερολόγιο υφίσταται για έναν σκοπό: τη μίμηση. Όχι τον θαυμασμό. Όχι τη παθητική μνημόνευση. Όχι για να προβληθούν οι βίοι τους ως εξαιρέσεις που κανείς δεν μπορεί να ακολουθήσει. Τη μίμηση. Εκείνοι που ισχυρίζονται ότι οι συνηθισμένοι Χριστιανοί δεν μπορούν να ακολουθήσουν το παράδειγμα των αγίων αντιφάσκουν στον σκοπό κάθε εορτής που εορτάζει η Εκκλησία.
Γέρων Αθανάσιος Μυτιληναίος:
Πρέπει να εξετάσουμε τους βίους των αγίων και να αρχίσουμε να τους μιμούμαστε.
— Γέρων Αθανάσιος Μυτιληναίος, Revelation: The Triumph of the Lamb (Αποκάλυψις: Ο Θρίαμβος του Αρνίου), https://www.zoepress.us/all-books-cds/revelation-5
Δεν πρέπει να λέει κανείς ότι είναι αδύνατο να φτάσει κανείς στη ενάρετη ζωή· αλλά πρέπει να λέει ότι δεν είναι εύκολο.
— Άγιος Αντώνιος ο Μέγας, «Περί του Ήθους των Ανθρώπων και της Ενάρετης Ζωής», §7, στη Φιλοκαλία, τόμ. 1, σ. 332
Κάντε τις σκέψεις και το πνεύμα των Αγίων Πατέρων δικές σας δια αναγνώσεως των γραπτών τους. Οι Άγιοι Πατέρες επέτυχαν τον τελικό σκοπό—σώθηκαν. Και εσείς θα επιτύχετε αυτόν τον σκοπό κατά τη φυσική πορεία των πραγμάτων. Ως ένας που είναι ενωμένος στον νου και την καρδιά με τους Αγίους Πατέρες, θα σωθείτε.
— Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ, The Field (Ο Αγρός), «Περί Αναγνώσεως Αγίων Πατέρων», σ. 26
Αυτός ο πόλεμος και αγώνας αφορά όλους τους Χριστιανούς, ανθρώπους κάθε τάξεως και κλήσεως, που ενέγραψαν τα ονόματά τους μετά του Χριστού. Διότι οι άγιοι Απόστολοι γράφουν σε όλους τους Χριστιανούς γι’ αυτό, χωρίς διάκριση, προτρέποντάς μας στον αγώνα. Κατά συνέπεια, όλοι όσοι θέλουν να σωθούν χρειάζεται να αγωνίζονται.
— Άγιος Τύχων Ζαντόνσκ, Αληθής Χριστιανισμός, §386
Ο Άγιος Τύχων καταδίκασε ειδικά εκείνους που «κατασκευάζουν τη ιδέα» ότι αυτός ο αγώνας «αφορά μόνον μοναχούς και άλλους αγάμους».
Οι κανόνες δεν περιέχουν απαίτηση αγιότητος
Κανένας εκ των αγίων μας δεν δημιούργησε δίβαθμο σύστημα όπου μόνον «άγιοι άνθρωποι» μπορούν να εφαρμόσουν τους κανόνες. Αυτό δεν το λέγει κανένας άγιος της Εκκλησίας. Όλοι τους δίδαξαν ότι η υπεράσπιση της πίστεως αποτελεί καθήκον όλων των Χριστιανών, δια Χάριτος Θεού, ανεξαρτήτως προσωπικής αξιότητος.
Ο ανώνυμος προσκυνητής των Ειλικρινών Διηγήσεων ενός Προσκυνητού αντιμετώπισε ακριβώς αυτή τη απόρριψη.
Ας δούμε τι συνέβη όταν ο Προσκυνητής επικαλέστηκε τον Άγιο Ισαάκ Σύρο και τον Άγιο Αθανάσιο Αθωνίτη, που εγκατέλειψαν τις επισκοπικές και μοναστικές θέσεις τους για να φυλάξουν τις ψυχές τους:
Πώς ξεπερνάτε το γεγονός ότι πολλοί εκ των αγίων εγκατέλειψαν τις θέσεις τους ως επίσκοποι ή ιερείς ή τη διοίκηση μοναστηριού και πήγαν στη έρημο για να ξεφύγουν από τη αναταραχή της συμβιώσεως με άλλους; Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος, επί παραδείγματι, έφυγε από το ποίμνιο του οποίου ήταν επίσκοπος, και ο ευλαβέστατος Αθανάσιος ο Αθωνίτης εγκατέλειψε το μεγάλο μοναστήρι του, ακριβώς επειδή γι’ αυτούς αυτοί οι τόποι ήταν πηγή πειρασμού, και πίστευαν ειλικρινά στον λόγο του Κυρίου μας: «Τι ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή τη ψυχή αυτού;»
«Αχ, αλλά αυτοί ήταν άγιοι», είπε ο ιερεύς.
«Κι αν», απάντησα, «οι ίδιοι οι άγιοι έλαβαν μέτρα να φυλάξουν τους εαυτούς τους από τους κινδύνους αναμείξεως με ανθρώπους, τι άλλο, σας ερωτώ, μπορεί να κάνει ένας αδύναμος αμαρτωλός;»
— The Way of a Pilgrim (Ειλικρινείς Διηγήσεις ενός Προσκυνητού) (Ι.Μ. Αγίου Αντωνίου, 2019), σ. 50
Ένας ιερεύς απέρριψε τα παραδείγματα με τη πάντοτε αναμενόμενη αντίρρηση της εποχής μας: «Αχ, αλλά αυτοί ήταν άγιοι.»
Οι Ειλικρινείς Διηγήσεις ενός Προσκυνητού έχουν ήδη απαντήσει σε αυτό· ωστόσο οι άνθρωποι ακόμη δεν έχουν διαβάσει αυτό το βιβλίο ή μάθει αυτό το μάθημα.
Σύμφωνα με τον Προσκυνητή, αν ακόμη και οι άγιοι χρειάστηκε να δράσουν δραστικά για τη σωτηρία τους, η ανάγκη του αμαρτωλού είναι κατά συνέπεια μεγαλύτερη, όχι μικρότερη.
Η βαθύτερη ειρωνεία είναι ότι οι αληθινοί άγιοι δεν αναγνωρίζονταν ως άγιοι κατά τη διάρκεια ζωής τους.
Ας εξετάσουμε το παράδειγμα του Αγίου Ιωάννη Σαγκάης και Σαν Φρανσίσκο, που θεωρείται ένας εκ των μεγαλυτέρων αγίων της εποχής μας. Είναι δύσκολο ακόμη και να φανταστεί κανείς ότι ήταν μισημένος και περιφρονημένος από πολλούς Ορθοδόξους Χριστιανούς:
Ας θυμηθούμε ότι πολλοί ενεργοί εκκλησιαζόμενοι, ευσυνείδητοι κληρικοί και ευρέως σεβαστοί ιεράρχες απέρριψαν ή ακόμη περιφρόνησαν τον Μακαριστό Ιωάννη ενώ ζούσε. Σφύριζαν ανοιχτά εναντίον του όταν έμπαινε στη εκκλησία, έλεγαν ότι ήταν «υπερήφανος» και σε «πλάνη», και τον παρομοίαζαν με τον αποκρουστικό χαρακτήρα του Πατρός Φεραπόντ στους Αδελφούς Καραμάζοφ του Ντοστογιέφσκι. Η άμεση αντίδρασή μας ακούγοντας για τέτοιους ανθρώπους είναι: «Πώς ήταν δυνατόν οι άνθρωποι να είναι τόσο τυφλοί; Δεν ήταν φανερό ότι ήταν Άγιος;» Όχι, δεν ήταν «φανερό». Αν κάποιος έβλεπε τον Μακαριστό εξωτερικά, ήταν συγκλονιστικό θέαμα: ατημέλητος, σκυμμένος, με εμπόδιο ομιλίας που έκανε τα λόγια του να ακούγονται σαν ανόητο μουρμουρητό. Η σταθερότητα του θεοκατευθυνόμενου θελήματός του — η ίδια ποιότητα που του επέτρεψε να φτάσει σε τέτοια ύψη ασκήσεως — εκλήφθηκε ως υπερηφάνεια και παράλογη πεισματοσύνη. Για πολλούς, ήταν απλά ένας γκρινιάρης, αυθαίρετος γέρος που επέμενε στις δικές του «λανθασμένες» ιδέες για το τι πρέπει να κάνει η Εκκλησία. Και ό,τι ήταν χειρότερο για τους κοσμικά σοφούς ήταν ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη δόξα καμίας κλίκας ή παρατάξεως. Ήταν ελεύθερος ενώπιον Θεού. Εν ολίγοις, ήταν μια απόλυτη ντροπή κατά τη κοσμική λογική, η οποία βλέπει μόνον εξωτερικά φαινόμενα και αναζητεί πρόσκαιρα πλεονεκτήματα για τον εαυτό ή τη ομάδα κάποιου.
— π. Σεραφείμ Ρόουζ, Blessed John the Wonderworker (Ο Μακαριστός Ιωάννης ο Θαυματουργός), σ. 474
«Ευρέως σεβαστοί ιεράρχες» αποκάλεσαν έναν δοξασμένο θαυματουργό «υπερήφανο» και σε «πλάνη». Σφύριζαν εναντίον του στη εκκλησία. Μπέρδεψαν τη πιστότητά του με πεισματοσύνη. Η κατηγορία «δεν είσαι άγιος» χρησιμοποιήθηκε εναντίον του ιδίου του Αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς, από τη ίδια κατηγορία ανθρώπων που τη χρησιμοποιούν σήμερα.
Επιπροσθέτως, δεν βλέπουμε ότι ακόμη και ιεράρχες μπορούν και συχνά πέφτουν σε αυτού του είδους τα σφάλματα; Δεν μπορούσαν καν να δουν ότι αυτός ήταν άγιος μπροστά τους, και μάλιστα «σφύριζαν» εναντίον του στη Εκκλησία! Ωστόσο, οι άνθρωποι εξακολουθούν να πιστεύουν εσφαλμένα ότι όλοι οι ιεράρχες είναι άγιοι, σωστοί, και μπορούν ακόμη να ανατρέψουν τους αγίους μας.
Η ίδια η Αγία Γραφή εντέλλεται μίμηση χωρίς επιφυλάξεις. Ο Απόστολος Παύλος: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (Α’ Κορ. 11:1). «Αδελφοί, συμμιμηταί μου γίνεσθε, και σκοπείτε τους ούτω περιπατούντας, καθώς έχετε τύπον ημάς» (Φιλ. 3:17). «Μνημονεύετε των ηγουμένων υμών, οίτινες ελάλησαν υμίν τον λόγον του Θεού, ων αναθεωρούντες τη έκβασιν της αναστροφής μιμείσθε τη πίστιν» (Εβρ. 13:7). Όχι «μιμηθείτε αν είστε άξιοι». Μιμηθείτε. Η εντολή είναι καθολική. Εκείνοι που επιλέγουν να αντιλέγουν, αντιλέγουν απλώς στον Απόστολο Παύλο.
Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης αντιμετώπισε ακριβώς αυτή τη ένσταση. Όταν η εικονοκλαστική αίρεση σάρωσε τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και πολλοί Χριστιανοί αναρωτήθηκαν αν είχαν δικαίωμα αντιστάσεως, έγραψε:
Ὅταν πρόκειται περὶ πίστεως, δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ κανείς· «Ἐγὼ τίς εἰμαι; Ἱερεύς; Οὐδαμῶς. Ἄρχων; Οὐδ’ αὐτός. Στρατιώτης; Ποῦ γάρ; Γεωργός; Οὐδ’ αὐτὸ τοῦτο. Πένης εἰμί.» … Ἀκούσατε τοῦ Κυρίου λέγοντος· «Λίθοι κεκράξονται.» Ὅταν τοίνυν ἱερεὺς σιγᾷ, λίθος κεκράξεται.
Όταν πρόκειται περί πίστεως, δεν μπορεί να πει κανείς: «Εγώ τις ειμι; Ιερεύς; Ουδαμώς. Άρχων; Ουδ’ αυτός. Στρατιώτης; Πού γαρ; Γεωργός; Ουδ’ αυτό τούτο. Πένης ειμί.» … Ακούσατε του Κυρίου λέγοντος: «Λίθοι κεκράξονται.» Όταν τοίνυν ιερεύς σιγά, λίθος κεκράξεται.
— Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, PG 99:1321[4]
Κάθε δυνατή δικαιολογία αδρανείας, ονοματισμένη και απορριφθείσα. Όταν η πίστη κινδυνεύει, δεν υπάρχει κατηγορία ανθρώπου απαλλαγμένη από μαρτυρία. Αν ο ιερεύς σιωπά, οι λίθοι κράζουν.
Ο Άγιος Μάρκος Εφέσου δεν αφήνει καμία αμφιβολία:
Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι, πᾶσαι αἱ θεῖαι γραφαί, φεύγειν τοὺς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καὶ τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι.
Άπαντες οι της Εκκλησίας διδάσκαλοι, πάσαι αι Σύνοδοι, πάσαι αι θείαι Γραφαί, φεύγειν τους ετερόφρονας παραινούσι και της αυτών κοινωνίας διίστασθαι.
— Άγιος Μάρκος Εφέσου, Ομολογία Πίστεως, XII, 304[5]
Παρατηρήστε τι λέγει αυτό το χωρίο. Οι διδάσκαλοι της Εκκλησίας (οι άγιοί μας), οι Σύνοδοι και η Γραφή, δίδονται σε όλους για να ακολουθούν και να τηρούν. Η εντολή είναι καθολική. Δεν περιέχει απολύτως κανέναν περιορισμό σε αγίους όπως κάποιοι φαντάζονται και επινοούν.
Οι κανόνες δεν περιέχουν απαίτηση «επιπέδου αγιότητος». Από πού παίρνουν τέτοιοι άνθρωποι αυτές τις ιδέες; Όταν ο Κανόνας 15 ορίζει τη παύση μνημονεύσεως ιεράρχη που «κηρύσσει δημοσίως αίρεση», δεν λέει «μόνον άγιοι μπορούν να εφαρμόσουν αυτόν τον κανόνα». Όταν ο Μέγας Βασίλειος έγραψε τον Κανόνα 13 (τρία χρόνια αποχής από κοινωνία για φόνο σε πόλεμο), δεν πρόσθεσε «μόνον αν είστε προχωρημένοι σε αγιότητα». Ο κανόνας εφαρμόζεται σε όλους τους στρατιώτες που σκότωσαν σε πόλεμο, χωρίς διάκριση βαθμού ή πνευματικού επιτεύγματος.
Ιδού ένα ερώτημα που θέτουμε σε εκείνους που λένε τέτοια πράγματα: Αν μόνον οι άγιοι μπορούν να εφαρμόσουν τους κανόνες, ποιο νόημα ακριβώς έχουν οι κανόνες; Και η απάντηση που θα δίνατε, εκφέρεται από κανέναν άγιο της Εκκλησίας σε οποιαδήποτε εποχή;
Όπως αποδεικνύει η κανονική ανάλυση στο Κεφάλαιο 25: Περί Αιρέσεως, Συνόδων και Ορθής Πίστεως, ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης επιβεβαιώνει στο σχόλιό του στον Κανόνα 15 ότι εκείνοι που χωρίζονται από δημοσίως αιρετικό επίσκοπο «αξιώνονται τιμής αρμοζούσης στους Ορθοδόξους», και ότι ο αποχωρισμός τους δεν προκαλεί σχίσμα αλλά μάλλον ελευθερώνει τη Εκκλησία από τη αίρεση των «ψευδεπισκόπων» τους. Ο Άγιος Νικόδημος δεν ρωτά αν εκείνοι που χωρίστηκαν ήταν άγιοι. Ρωτά απλώς αν οι επίσκοποι κήρυσσαν δημοσίως αίρεση.
Οι τρεις αυθεντικοί Βυζαντινοί κανονικοί σχολιαστές το επιβεβαιώνουν ομόφωνα. Ζωναράς (12ος αι.): «Χωρίζοντας τους εαυτούς τους από κοινωνία μετά αιρετικών, μάλλον ελευθέρωσαν τη Εκκλησία από σχίσματα.» Βαλσαμών: «Δεν χωρίστηκε από επίσκοπο, αλλά από ψευδεπίσκοπο και ψευδοδιδάσκαλο.» Αριστηνός: «Αν κάποιοι αποχωρούν, όχι λόγω κατηγορίας, αλλά λόγω αιρέσεως κατακεκριμένης από συνόδους ή αγίους Πατέρες, είναι άξιοι τιμής και αποδοχής, ως Ορθόδοξοι.» Τρεις σχολιαστές των οποίων οι ερμηνείες φέρουν σχεδόν κανονικό βάρος. Κανένας δεν περιορίζει τον αποχωρισμό στον κλήρο ή τους αγίους.
Οι Αποστολικές Διαταγές προβλέπουν και καταρρίπτουν αυτή τη δικαιολογία ευθέως:
Ακούσατε, ω επίσκοποι· και ακούσατε, ω λαϊκοί, πώς ομιλεί ο Θεός: Θα κρίνω μεταξύ κριού και κριού, και μεταξύ προβάτου και προβάτου… μήπως ποτέ λαϊκός πει: Πρόβατον ειμί και ου ποιμήν, και ουδέν μου μέλει δι’ εμαυτόν· ο ποιμήν ας φροντίσει γι’ αυτό, αφού αυτός μόνος θα λογοδοτήσει γι’ εμένα. Διότι εκείνο το πρόβατο που δεν ακολουθεί τον αγαθό ποιμένα του εκτίθεται στους λύκους, προς καταστροφή του· ούτω και εκείνο που ακολουθεί κακό ποιμένα εκτίθεται επίσης σε αναπόφευκτο θάνατο, αφού ο ποιμένας του θα τον καταβροχθίσει. Γι’ αυτό πρέπει να φροντίζουμε να αποφεύγουμε τους καταστροφικούς ποιμένες.
— Αποστολικές Διαταγές, Βιβλίο Β’, Κεφ. ΙΘ’, https://www.newadvent.org/fathers/07152.htm
«Πρόβατον ειμί και ου ποιμήν, και ουδέν μου μέλει δι’ εμαυτόν.» Αυτό είναι το επιχείρημα «δεν είσαι άγιος» στη αρχαιότερη μορφή του. Και η απάντηση της αρχαίας Εκκλησίας: το πρόβατο που ακολουθεί κακό ποιμένα «εκτίθεται επίσης σε αναπόφευκτο θάνατο». Ο λαϊκός που δικαιολογεί τον εαυτό του από τη διάκριση δεν κερδίζει ασφάλεια μέσω παθητικότητος. Κερδίζει καταστροφή.

Η ιστορία το επιβεβαιώνει. Όπως τεκμηριώθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, οι «Ιωαννίτες» Κωνσταντινουπόλεως ήταν συνηθισμένοι λαϊκοί που αρνήθηκαν κοινωνία με τους επισκόπους που αντικατέστησαν τον Άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο μετά τη άδικη καθαίρεσή του. Λάτρευαν υπαίθρια, σε λουτρά, και σε φυλακές αντί να κοινωνούν με σφετεριστή που είναι ο ίδιος άγιος τιμώμενος (11 Οκτωβρίου).
Θα πιστέψουμε ότι θεωρούσαν όλοι τους τους εαυτούς τους αγίους; Ή μήπως είναι πιθανότερο ότι κατανοούσαν απλώς ότι οι πράξεις τους, δεδομένων των περιστάσεων, ήταν ευσεβείς και σωστές;
Αν οι πιστοί είχαν δίκιο να χωριστούν από αγιοκαταταγμένο άγιο στον πατριαρχικό θρόνο λόγω αδικίας στη εγκατάστασή του, πόσο μάλλον πρέπει οι πιστοί να χωριστούν από εκείνους που ενεργά κηρύσσουν αίρεση;
Οι Ιωαννίτες υπέμειναν αυτοκρατορικά διατάγματα που τους αφαιρούσαν αξιώματα, περιουσίες, και ελευθερία. Αποκαλούνταν σχισματικοί από εκείνους που κρατούσαν τη εξουσία. Ο ίδιος ο Χρυσόστομος αποκάλεσε εκείνους που πέθαναν σε φυλακή και βάσανα «μακαρίους». Ο Άγιος Συμεών ο Μεταφραστής, γράφοντας αιώνες αργότερα με το πλήρες βάρος εκκλησιαστικής παραδόσεως, αποκάλεσε τη επίσημη εκκλησία «εκκλησία πονηρευομένων» και εγκωμίασε τους Ιωαννίτες για τον «ζήλο τους για τον Χριστό». Μεταξύ τους ήταν τέσσερις Χριστιανοί που δοξάστηκαν ως άγιοι: Ολυμπιάδα, Νικαρέτη, Τίγριος, και Πενταδία. Η αντίσταση κράτησε τριάντα τέσσερα χρόνια.
Η Εκκλησία τους δικαίωσε όλους.
Δεν ήταν ιεροί γέροντες κάνοντας θεολογικό υπολογισμό. Ήταν πιστοί Χριστιανοί που αρνήθηκαν να αποδεχθούν αυτό που γνώριζαν ότι ήταν λάθος. Η Εκκλησία δεν ρώτησε αν ήταν άγιοι πριν δοξάσει τη μαρτυρία τους.
Η Εγκύκλιος 1848 των Ανατολικών Πατριαρχών το επιβεβαιώνει από το υψηλότερο επίπεδο ορθόδοξης εκκλησιολογίας: «Ο υπερασπιστής της θρησκείας είναι αυτό τούτο το σώμα της Εκκλησίας, δηλαδή ο ίδιος ο λαός.»[6] Αν ο λαός είναι οι φρουροί της Ορθοδοξίας, δεν μπορεί ταυτόχρονα να τους λένε ότι στερούνται δικαιώματος δράσεως όταν η πίστη κινδυνεύει.
Οι Αγιορείτες Πατέρες, στο πατερικό σχόλιό τους στον Κανόνα 15, εξάγουν το λογικό συμπέρασμα:
ἡ ὑπεράσπιση τῆς πίστεως εἶναι σὲ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους ὑποχρεωτικὴ καὶ ὄχι δυνητική.
Η υπεράσπιση της πίστεως είναι σε όλους τους Ορθοδόξους υποχρεωτική και όχι δυνητική.
— Αγιορείτες Πατέρες, «Αγιοπατερικη Ερμηνεια του ΙΕ’ Κανόνος της Πρωτοδευτέρας Συνόδου», https://www.agioritespateres.com/agiopateriki-ermineia-tou-ie%CD%B4-kanonos-tis-protodevteras-synodou-861-2-m-ch/[7]
Ο Κανόνας 15 υπερασπίζεται τη πίστη δια της παύσεως μνημονεύσεως. Η υπεράσπιση πίστεως είναι υποχρεωτική για όλους τους Ορθοδόξους. Κατά συνέπεια ο Κανόνας 15 δεν μπορεί να περιοριστεί σε αγίους.

Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης θέτει αυτή τη υποχρέωση σε προσωπικούς όρους, κάνοντας ακριβή διάκριση μεταξύ προσωπικού καβγά και υπερασπίσεως πίστεως:
Άλλο το να αντιδράσης, για να υπερασπιστής σοβαρά πνευματικά θέματα, που αφορούν την πίστη μας, την Ορθοδοξία. Αυτό είναι καθήκον σου.
Δεν είναι σωστό να φιλονικείς για λογαριασμό σου. Είναι, βέβαια, άλλο θέμα αν αντιδράσεις για να υπερασπιστείς σοβαρά πνευματικά θέματα, θέματα που αφορούν τη πίστη μας, τη Ορθοδοξία. Αυτό είναι καθήκον σου.
— Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, Πνευματικοί Λόγοι, Τόμ. 2: Πνευματική Αφύπνιση, σ. 59[8]
Όχι καθήκον αγίων. Όχι καθήκον κληρικών. Καθήκον σου. Και η διάκριση είναι ακριβής: όχι φιλονικία για τον εαυτό σου, αλλά υπεράσπιση πίστεως. Η λέξη που χρησιμοποιεί είναι καθήκον: υποχρέωση.
Επιφυλάσσει τα σκληρότερα λόγια για εκείνους που μεταμφιέζουν τη αδράνεια σε πνευματική ωριμότητα. Όταν Χριστιανοί υποστήριξαν ότι ήταν «πιο πνευματικό» να αγνοήσουν τη βλάσφημη ταινία Ο Τελευταίος Πειρασμός του Χριστού αντί να διαμαρτυρηθούν, ο Άγιος Παΐσιος απάντησε:
Τη εποχή των εικονοκλαστών, δέκα Χριστιανοί υπερασπίστηκαν δυναμικά τη εικόνα του Χριστού στη Χαλκή Πύλη του παλατίου Κωνσταντινουπόλεως και μαρτύρησαν γι’ αυτό. Τώρα βλασφημείται το πρόσωπο του Χριστού, και δεν πρέπει να είμαστε αδιάφοροι. Αν «ξέροντες» και «διακριτικοί» άνθρωποι σαν εμάς ζούσαν εκείνη τη εποχή, θα έλεγαν στους δέκα μάρτυρες: «Δεν είναι έτσι η πνευματική ζωή. Ας έρθουν οι στρατιώτες του αυτοκράτορα να καταστρέψουν τη εικόνα· δεν πειράζει. Όταν αλλάξουν τα πράγματα, θα βάλουμε μια άλλη εικόνα εκεί, και θα είναι μάλιστα πιο βυζαντινή.» Προσπαθούμε τη πτώση μας, τη δειλία μας, τη εγωιστική στάση μας να τη κάνουμε να φαίνεται σαν κάτι υψηλό. Με κάνει να φρίττω.
— Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, στο Ιερομόναχος Ισαάκ, Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (Ιερά Μονή Αγίου Αρσενίου Καππαδόκου, 2012), σσ. 277-278
Κλιμακώνει τη κατηγορία από μεμονωμένους Χριστιανούς σε ολόκληρη τη θεσμική ιεραρχία:
Αν οι Χριστιανοί δεν ομολογούν τη πίστη τους, αν δεν αντιδράσουν, τέτοιοι άνθρωποι θα κάνουν ακόμη χειρότερα πράγματα. Αλλά αν αντιδράσουν, τότε θα το σκεφτούν δυο φορές. Αλλά υποθέτω ότι πολλοί Χριστιανοί σήμερα δεν είναι φτιαγμένοι για μάχες. Οι πρώτοι Χριστιανοί ήταν σκληρά καρύδια· μεταμόρφωσαν τον κόσμο. Και κατά τη Βυζαντινή εποχή, αν ακόμη και μία Εικόνα αφαιρούνταν από τις Εκκλησίες, ο κόσμος ξεσηκωνόταν σε διαμαρτυρία. Εδώ ο Χριστός σταυρώθηκε για να αναστηθούμε εμείς, κι εμείς μένουμε αδιάφοροι! Αν η Εκκλησία δεν μιλήσει ώστε να αποφύγει σύγκρουση με το Κράτος, αν οι μητροπολίτες δεν μιλήσουν για να είναι σε καλές σχέσεις με όλους, και ιδιαίτερα με εκείνους που βοηθούν τα εκκλησιαστικά ιδρύματα, αν οι μοναχοί του Αγίου Όρους δεν μιλήσουν από φόβο μήπως χάσουν τις επιχορηγήσεις τους, ποιος θα μιλήσει;
— Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, Πνευματικοί Λόγοι, Τόμ. 2: Πνευματική Αφύπνιση, σ. 42
Αυτός είναι ο ίδιος άγιος του οποίου η επιστολή σε αρχάριο αναφέρεται τακτικά για να αποσιωπήσει οποιονδήποτε υψώνει τη φωνή του. Αναφέρουν τη ποιμαντική συμβουλή («μη διαβάζεις βιβλία που υποκινούν στάση»), τη αποσπούν από το πλαίσιό της, και τη χρησιμοποιούν ως απόδειξη ότι οι Χριστιανοί δεν πρέπει να ασχολούνται με αίρεση στη Εκκλησία. Ενώ ο ίδιος ο άγιος πέρασε τη ζωή του κάνοντας ακριβώς αυτό που αυτοί ισχυρίζονται ότι κανείς δεν πρέπει να κάνει: μιλώντας, αποκαλώντας το καθήκον, ονομάζοντας τη δειλία για ό,τι είναι, και καλώντας άλλους να μιλήσουν υπέρ της Ορθόδοξης πίστεως μας, ρωτώντας ποιος θα μιλήσει αν όλοι σιωπήσουν.
Προσέξτε τη ειρωνεία αυτού. Εκείνοι που επικαλούνται αυτό το επιχείρημα συχνά ονομάζουν τον Άγιο Παΐσιο ως αγία εξαίρεση που δικαιούται να παύσει μνημόνευση. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι, στη υποτιθέμενη ταπείνωσή τους, αγνοούν τον ίδιο τον Άγιο Παΐσιο, ο οποίος δίδαξε ότι η μελέτη των αγίων πρέπει να «κινητοποιεί στη μίμησή τους» και να «ανάβει θεϊκό ζήλο μέσα μας να τους μιμηθούμε». Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης αποκαλεί τη υπεράσπιση πίστεως «καθήκον» κάθε πιστού. Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι που ισχυρίζονται ότι «μόνον οι άγιοι μπορούν να το κάνουν αυτό» δυστυχώς δεν κατανοούν ότι αντιφάσκουν στους ίδιους τους αγίους που επικαλούνται.
Αυτοί οι άγιοι, σε κανένα τρόπο ή διδασκαλία, δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους εξαιρέσεις, και καλούσαν άλλους στη ίδια αρετή χωρίς καμία εξαίρεση βασισμένη στους τίτλους, τη αγιότητα, το φύλο τους, ή οποιονδήποτε άλλο περιγραφέα.
Ο π. Σεραφείμ Ρόουζ, γράφοντας στον π. Δαβίδ Μπλακ το 1970 περί αποχωρήσεως από αιρετικούς επισκόπους, επιβεβαιώνει τη ίδια αρχή:
Αν κάθε Ορθόδοξος Χριστιανός εντέλλεται από τους κανόνες να αποχωρήσει από αιρετικό επίσκοπο ακόμη πριν καταδικαστεί επισήμως, ή θα είναι ένοχος και αυτός της αιρέσεώς του, πόσο μάλλον πρέπει να αποχωρήσουμε από εκείνους που είναι χειρότεροι και δυστυχέστεροι από αιρετικούς, επειδή υπηρετούν ανοιχτά τον σκοπό του Αντιχρίστου;
— π. Σεραφείμ Ρόουζ, επιστολή προς τον π. Δαβίδ Μπλακ, 30 Οκτωβρίου/12 Νοεμβρίου 1970, Letters from Father Seraphim. http://www.orthodoxriver.org/post/letters-of-fr.-seraphim-rose/
Ο π. Σεραφείμ Ρόουζ, αγαπημένη μορφή που μια μέρα θα δοξαστεί ως άγιος, λέγει ότι η αποχώρηση από αιρετικό επίσκοπο (και αυτό θα περιλαμβάνει και Πατριάρχη) εντέλλεται πριν από σύνοδο.
Ποιον λέγει ο π. Σεραφείμ ότι εντέλλεται να πράξει αυτό; Μόνον αγίους γέροντες ίσως; Ή μήπως θεολόγους που πήγαν σε σεμινάριο; Ή μόνον δοξασμένους αγίους ίσως; Όχι. Ο π. Σεραφείμ Ρόουζ λέγει, χωρίς καμία εξαίρεση, ότι αυτό απαιτείται από κάθε Ορθόδοξο Χριστιανό. Κι όμως, οι άνθρωποι θα εξακολουθήσουν να αναζητούν δικαιολογίες γιατί αυτό δεν ισχύει γι’ αυτούς, όλες εκ των οποίων έχουν πλήρως ανασκευαστεί μέχρι τώρα.
Ο Γέρων Γαβριήλ του Κελλίου Κουτλουμουσιανών στο Άγιο Όρος, μαθητής του Αγίου Παϊσίου, αντιμετωπίζει τη ένσταση με κανονική ακρίβεια. Όταν ένας προσκυνητής τον ρώτησε τι να πει σε εκείνους που ισχυρίζονται ότι η παύση μνημονεύσεως κάνει κάποιον σχισματικό και «εκτός Εκκλησίας», απάντησε:
Όποιος λέει ότι «όποιος κόβει το Μνημόσυνο είναι σχισματικός και εκτός της Εκκλησίας», αυτός είναι αιρετικός. Γιατί είναι αιρετικός; Γιατί τη διακοπή του Μνημοσύνου τη θέσπισε ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Επομένως κατηγορεί την Εκκλησία ότι είναι πλανεμένη που θέσπισε αυτό τον Κανόνα. Γι’ αυτό είναι αιρετικός.
— Γέρων Γαβριήλ Κελλίου Κουτλουμουσιανών, Άγιο Όρος (Ιούνιος 2021), https://katanixi.gr/gerontas-gavriil-keli-koytloymoysianon-airetikos-aytos-poy-ischyrizetai-oti-opoios-kovei-to-mnimosyno-einai-schismatikos-kai-ektos-tis-ekklisias/[9]
Ούτω λοιπόν, οι άνθρωποι πιστεύουν ότι κατανοούν αυτά τα ζητήματα καλύτερα από τον Άγιο Παΐσιο τον Αγιορείτη και τον ίδιο του τον μαθητή.
Ο Κανόνας 15 θέσπισε τη παύση μνημονεύσεως ως εκκλησιαστικό νόμο. Η καταδίκη εκείνων που εφαρμόζουν τον Κανόνα 15 σημαίνει καταδίκη της Εκκλησίας που τον θέσπισε, πράγμα που βεβαίως αποτελεί αίρεση.
Στη ίδια συνομιλία, όταν ο προσκυνητής ρώτησε αν οι λαϊκοί δικαιούνται να διορθώσουν τους ανωτέρους τους σε εκκλησιαστικά ζητήματα, ο Γέρων Γαβριήλ απάντησε:
Όσοι λένε ότι δεν επιτρέπεται ο έλεγχος στην Εκκλησία είναι αιρετικοί, γιατί η Εκκλησία θέσπισε τον έλεγχο.
— Γέρων Γαβριήλ Κελλίου Κουτλουμουσιανών, Άγιο Όρος (Ιούνιος 2021), https://katanixi.gr/gerontas-gavriil-keli-koytloymoysianon-airetikos-aytos-poy-ischyrizetai-oti-opoios-kovei-to-mnimosyno-einai-schismatikos-kai-ektos-tis-ekklisias/[10]
Ανέφερε τρία χωρία Γραφής: «Τους αμαρτάνοντας ενώπιον πάντων έλεγχε, ίνα και οι λοιποί φόβον έχωσι» (Α’ Τιμ. 5:20)· «Έλεγξον, επιτίμησον, παρακάλεσον» (Β’ Τιμ. 4:2)· και ειδικά στους λαϊκούς: «Μη συγκοινωνείτε τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλλον δε και ελέγχετε» (Εφεσ. 5:11). Σημείωσε ότι ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ένας εκ των μεγαλυτέρων Πατέρων, άσκησε περισσότερο έλεγχο από όλους τους άλλους Πατέρες.
Το δικαίωμα ελέγχου ανήκει σε κάθε βαπτισμένο Χριστιανό.
Ούτω λοιπόν, η κατηγορία κάποιου ότι «νομίζει πως είναι άγιος» επειδή εφαρμόζει κανόνα αποτελεί αιρετική καινοτομία αυτή καθεαυτή: ο ισχυρισμός ότι μόνον οι άγιοι μπορούν να επικαλεστούν τους κανόνες.
Κανένας Πατήρ δεν δίδαξε αυτό. Καμία σύνοδος δεν το αποφάσισε. Κανένας κανόνας δεν το περιέχει. Δεν έχει κανένα πατερικό έρεισμα. Αποτελεί επινόηση, δημιουργημένη για να αποσιωπήσει τους πιστούς, χωρίς καμία βάση στη Ορθόδοξη παράδοση.
Ο Άγιος Σεραφείμ Σαρώφ καταστρέφει πλήρως αυτή τη ένσταση. Όταν ρωτήθηκε «σε τι διαφέρει ένας χανόμενος αμαρτωλός από δίκαιο άνθρωπο που σώζει τη ψυχή του, έναν άγιο;» απάντησε: «Μόνον στη αποφασιστικότητά του. Η σωτηρία μας βρίσκεται στη θέλησή μας, στη σταθερότητά μας, στη ακλόνητη αποφασιστικότητά μας να είμαστε ευσεβείς μέχρι τέλους.»[11]
Η μοναδική διαφορά μεταξύ αμαρτωλού και αγίου είναι η αποφασιστικότητα ευσεβείας. Αυτό είναι όλο. Κάποιος μελετά τους Πατέρες, κατανοεί τους κανόνες, και προσπαθεί μ’ ό,τι δυνάμεις του να είναι πιστός στους αγίους και σε ό,τι δίδαξαν. Αυτό το πρόσωπο έχει αποφασιστικότητα. Και κατά τον Άγιο Σεραφείμ, η αποφασιστικότητα είναι η μοναδική διαφορά μεταξύ αμαρτωλού και αγίου.
Ο Άγιος Φιλάρετος Μόσχας απευθύνεται σε εκείνους που νομίζουν ότι η αγιότητα είναι για άλλους:
Κάθε Χριστιανός πρέπει να βρει μέσα του τη ανάγκη και το κίνητρο να γίνει άγιος. Αν ζεις χωρίς αγώνα και χωρίς ελπίδα να γίνεις άγιος, τότε είσαι Χριστιανός μόνο κατ’ όνομα και όχι κατ’ ουσίαν. Αλλά χωρίς αγιότητα, κανείς δεν θα δει τον Κύριο, δηλαδή δεν θα επιτύχει τη αιώνια μακαριότητα. Πιστός ο λόγος ότι ο Ιησούς Χριστός ήλθε στον κόσμο να σώσει αμαρτωλούς (Α΄ Τιμ. 1:15). Αλλά απατούμε τους εαυτούς μας αν νομίζουμε ότι σωζόμαστε ενώ παραμένουμε αμαρτωλοί. Ο Χριστός σώζει τους αμαρτωλούς δίνοντάς τους τα μέσα να γίνουν άγιοι.
— Άγιος Φιλάρετος Μόσχας, Κήρυγμα, 23 Σεπτεμβρίου 1847
Ο Ιερομάρτυς Δανιήλ Συσόεφ ονόμασε αυτή τη λήθη αυτό που είναι:
Οι άνθρωποι ξεχνούν ότι ο στόχος τους είναι να φτάσουν τη αγιότητα. Μερικοί πιστεύουν ότι είναι αμαρτία ακόμη και να σκεφτούν μια τέτοια πιθανότητα, ότι θα μπορούσαν να φτάσουν τη αγιότητα, παρόλο που αποτελεί εκπλήρωση ευθείας εντολής του Κυρίου. Πρέπει να καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια να υπερνικήσουμε αυτό το πρόβλημα. Για να το υπερνικήσουμε, πρέπει να εκδώσουμε νέα πρόσκληση στους ανθρώπους να επιστρέψουν στη αγιότητα.
— Ιερομάρτυς Δανιήλ Συσόεφ, «The Blood of the Martyrs Is the Seed of the Church» («Το Αίμα των Μαρτύρων είναι Σπόρος της Εκκλησίας»), The Orthodox Word, Αρ. 268, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2009, σσ. 213-215
Το ανάγει ευθέως σε αποτυχία κατηχήσεως, και καλεί όλους τους βαπτισμένους πίσω στη μελέτη:
Γι’ αυτό, είναι αναγκαίο να αναζωογονήσουμε τη κατήχηση σε ολόκληρη τη Εκκλησία. Ακόμη και εκείνοι που είναι ήδη βαπτισμένοι πρέπει να μελετούν τη Πίστη. Οι άνθρωποι πρέπει να γνωρίζουν σε Ποιον πιστεύουν, και τι πρέπει να κάνουν για να Τον πλησιάσουν. Οι άνθρωποι που έρχονται στη εκκλησία τη βλέπουν ως γραμμή παραγωγής πνευματικών υπηρεσιών. Δεν τους προσφέρεται καμία πνευματική ανάπτυξη.
— Ιερομάρτυς Δανιήλ Συσόεφ, «The Blood of the Martyrs Is the Seed of the Church» («Το Αίμα των Μαρτύρων είναι Σπόρος της Εκκλησίας»), The Orthodox Word, Αρ. 268, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2009, σσ. 213-215
Αυτή είναι η ρίζα της ενστάσεως «δεν είσαι άγιος»: όχι θεολογία, αλλά άγνοια και έλλειψη κατηχήσεως. Ορθόδοξοι Χριστιανοί που δεν κατηχήθηκαν ποτέ, που δεν μελέτησαν ποτέ τι διδάσκουν οι άγιοι, που βιώνουν τη Εκκλησία ως γραμμή παραγωγής πνευματικών υπηρεσιών αντί οδού προς αγιότητα, δεν μπορούν φυσικά να φανταστούν ότι οι κανόνες ισχύουν γι’ αυτούς ή ότι η αγιότητα είναι η κλήση τους. Η ένσταση δεν προέρχεται από ταπείνωση· προέρχεται από πλήρη και ολοσχερή απουσία μορφώσεως.
Οι άγιοι είναι ομόφωνοι: η αγιότητα είναι καθολική υποχρέωση κάθε βαπτισμένου Χριστιανού, όχι προσόν επιφυλαγμένο στους λίγους.
Η κτήση αγιότητος δεν είναι αποκλειστική υπόθεση μοναχών, όπως νομίζουν ορισμένοι. Οι οικογενειάρχες επίσης καλούνται στη αγιότητα, όπως και εκείνοι σε κάθε είδους επαγγέλματα, που ζουν στον κόσμο, αφού η εντολή περί τελειότητος και αγιότητος δίδεται όχι μόνον στους μοναχούς, αλλά σε όλους τους ανθρώπους.
— Ιερομάρτυς Ονούφριος Γκαγκαλούκ, στο 300 Ρήσεις Ασκητών της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ρήση 48
Οι άγιοι ήταν άνθρωποι σαν κι εμάς. Πολλοί εξ αυτών βγήκαν από μεγάλες αμαρτίες, αλλά δια μετανοίας επέτυχαν τη Βασιλεία των Ουρανών. Και καθένας που φθάνει εκεί, φθάνει δια μετανοίας.
— Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Γραπτά, XII.10
Οι Άγιοι είναι οι τελειότεροι Χριστιανοί, διότι αγιάσθηκαν στον ύψιστο βαθμό με τους αγώνες (πνευματικές ασκήσεις) αγίας πίστεως στον αναστάντα και αιωνίως ζώντα Χριστό.
— Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, Orthodox Faith and Life in Christ (Ορθόδοξη Πίστη και Ζωή εν Χριστώ), σσ. 36-37
Δεν αποτελούν ξεχωριστή κατηγορία υπάρξεως. Η διαφορά είναι βαθμού, όχι είδους.
Ας μη χάσει κανείς από εμάς τη παρρησία του, ούτε ας αμελήσει τα καθήκοντά του, ούτε ας φοβηθεί τις δυσκολίες του πνευματικού αγώνος. Διότι έχουμε τον Θεό βοηθό, που μας ενισχύει στον δύσκολο δρόμο της αρετής.
— Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης, Ο Δρόμος προς τη Ευτυχία, §2
Αυτή η λογική, εφαρμοζόμενη στους αγίους που επικαλούνται οι υποστηρικτές της, θα είχε αποτρέψει τους αγίους από το να γίνουν άγιοι. Ο Άγιος Μάξιμος δεν γεννήθηκε Ομολογητής. Έγινε Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αντιτιθέμενος στον Μονοθελητισμό. Αν είχε σκεφτεί «δεν είμαι αρκετά άγιος για να αντιταχθώ στον πατριάρχη», θα είχε σιωπήσει. Δεν θα είχε γίνει ποτέ Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής. Η λογική τους θα είχε αποτρέψει τους ίδιους τους αγίους που επικαλούνται από το να γίνουν άγιοι.
Ο ίδιος ο Άγιος Μάξιμος αντιμετώπισε ακριβώς αυτό το επιχείρημα στη δίκη του. Οι κατήγοροι απαίτησαν: «Μόνος εσύ σώζεσαι, και όλοι οι άλλοι χάνονται;» Η απάντησή του: έδειξε τους Τρεις Παίδες που αρνήθηκαν να προσκυνήσουν το είδωλο του Ναβουχοδονόσορ. Δεν ενδιαφέρθηκαν για το τι έκαναν όλοι οι άλλοι. Ενδιαφέρθηκαν να μη αποπέσουν από τη αληθινή λατρεία.[12] Πέντε πατριαρχεία είχαν αποδεχθεί τη Μονοθελητική αίρεση. Ένας μοναχός στάθηκε κατά όλων. Η Εκκλησία δόξασε τον μοναχό.
Κατά συνέπεια, η ένσταση «δεν είσαι άγιος» αποτελεί το αντίθετο αυτού που δίδαξαν οι άγιοι. Αυτοί δίδαξαν: «Ακολουθήστε το παράδειγμά μας, δια Χάριτος Θεού, στη αδυναμία σας, γιατί η αλήθεια απαιτεί πιστότητα ανεξαρτήτως αξιότητος ή αναξιότητάς σας».
Δεν χρειάζεται να είσαι άγιος για να ακολουθήσεις τη διδασκαλία. Ακολουθείς τη διδασκαλία για να γίνεις άγιος. Αυτό είναι ολόκληρο το νόημα της χριστιανικής ζωής. Κανείς δεν ξεκινά άξιος. Γινόμαστε άξιοι δια Χάριτος Θεού μέσω πιστότητος σε ό,τι δίδαξαν οι Πατέρες.
Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης εκτιμούσε τη ειλικρίνεια καρδιάς πάνω από κάθε θρησκευτική προσποίηση:
Για μένα, ένας αλήτης με καλή διάθεση είναι καλύτερος από έναν υποκριτή Χριστιανό.
— Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, στο Ιερομόναχος Ισαάκ, Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, σ. 320
Αν ένας αλήτης με καλή διάθεση υπερτερεί ενός υποκριτή Χριστιανού στα μάτια ενός αγίου, τότε η ένσταση «δεν είσαι άγιος» θα καθιστούσε κάποιον υποκριτή στα μάτια του Αγίου Παϊσίου. Ο Θεός κοιτά τη διάθεση της καρδιάς, όχι τα διαπιστευτήρια εκείνου που αντιλέγει.
Ο Ακάθιστος του Ιερομάρτυρος Δανιήλ Συσόεφ αποτυπώνει τη διάκριση με ακρίβεια: «Χαίρε, ο εγκαταλείψας τη ψευδή ταπείνωση· Χαίρε, ο χαλιναγωγήσας τον πειραστή δια αληθούς ταπεινώσεως.»[13] Η αληθής ταπείνωση υποτάσσεται στη αποκάλυψη Θεού ως διαφυλάσσεται στη εκκλησιαστική παράδοση. Η ψευδής ταπείνωση υποτάσσεται σε ανθρώπινη εξουσία όταν αυτή αντιφάσκει στη παράδοση. Το επιχείρημα «δεν είσαι άγιος» είναι ψευδής ταπείνωση μεταμφιεσμένη σε ευσέβεια.
Ο Άγιος Ιωάννης Κρονστάνδης ονομάζει αυτή τη ψευδή ταπείνωση αυτό που είναι:
Η ακηδία είναι η ίδια αμαρτία και έργο του Διαβόλου.
— Άγιος Ιωάννης Κρονστάνδης, Η Ζωή μου εν Χριστώ, σ. 467
Το αίσθημα «δεν είμαι άξιος», όταν οδηγεί σε αδράνεια ενώπιον αιρέσεως, αποτελεί ακηδία, η οποία κατά τους αγίους είναι αμαρτία.
Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος εκφέρει τη τελική ετυμηγορία. Αποκαλεί τη χειρότερη όλων των αιρέσεων τον ισχυρισμό ότι οι άνθρωποι σήμερα δεν μπορούν να ακολουθήσουν τα παραδείγματα των αγίων Πατέρων:
Εκείνοι για τους οποίους ομιλώ και τους αποκαλώ αιρετικούς είναι εκείνοι που λένε ότι δεν υπάρχει κανείς στους καιρούς μας και εν μέσω ημών ικανός να τηρήσει τις ευαγγελικές εντολές και να γίνει όμοιος με τους αγίους Πατέρες… Εκείνοι λοιπόν που λένε ότι αυτό είναι αδύνατον δεν έπεσαν σε μία συγκεκριμένη αίρεση, αλλά μάλλον σε όλες αυτές, αν μου επιτρέπεται να πω, αφού αυτή τις υπερβαίνει και τις καλύπτει όλες σε ασέβεια και πλήθος βλασφημίας. Εκείνος που κάνει αυτόν τον ισχυρισμό ανατρέπει όλες τις θείες Γραφές.
— Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, Οι Λόγοι, Κατηχητικός Λόγος 29 (μτφ. C.J. DeCatanzaro, Paulist Press, 1980), σσ. 308-312
Όχι μία συγκεκριμένη αίρεση, αλλά όλες. Να λέει κανείς ότι συνηθισμένοι Χριστιανοί δεν μπορούν να ακολουθήσουν τους Πατέρες «τις υπερβαίνει και τις καλύπτει όλες σε ασέβεια». Ο Άγιος Συμεών πιέζει τη θέση: «Ο Θεός άλλαξε κατά κάποιο τρόπο; Πες μου, γιατί είναι αδύνατο; Με ποιον άλλο τρόπο έλαμψαν οι άγιοι στη γη και έγιναν φώτα στον κόσμο; Αν ήταν αδύνατον, ούτε αυτοί θα μπορούσαν να επιτύχουν σε αυτό.»
Τι γίνεται με εκείνους που δεν γνωρίζουν;
Ο αναγνώστης που παρακολούθησε αυτό το επιχείρημα μπορεί τώρα να αποδεχθεί τη βασική θέση: οι συνηθισμένοι Χριστιανοί μπορούν και οφείλουν να δράσουν όταν κηρύσσεται δημόσια αίρεση. Αλλά αυτή η αποδοχή γεννά αμέσως ένα νέο ερώτημα, το οποίο οι Πατέρες είχαν προβλέψει: «Πολλοί πιστοί δεν γνωρίζουν περί οικουμενισμού, περί Διακηρύξεως Αβάνας, περί θεολογίας πολέμου. Είναι κατακεκριμένοι;»
Το Συνοδικό της Ορθοδοξίας, που κηρύσσεται κάθε χρόνο τη πρώτη Κυριακή Μεγάλης Τεσσαρακοστής, παρέχει τη συνοδική απάντηση. Μεταξύ των αναθεμάτων του είναι το ακόλουθο, προερχόμενο από τη ομολογία του Επισκόπου Βασιλείου Αγκύρας στη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο (787):
Τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει τοῖς ὑβρίζουσι καὶ ἀτιμάζουσι τὰς σεπτὰς εἰκόνας, ἀνάθεμα.
Σε εκείνους που εν γνώσει κοινωνούν μετά εκείνων που υβρίζουν και ατιμάζουν τας σεπτάς εικόνας, ανάθεμα.
— Συνοδικό Ορθοδοξίας· πρβ. NPNF, Πράξεις Β΄ Συνόδου Νικαίας, Α΄ Συνεδρία (αναθέματα Βασιλείου Αγκύρας), https://orthodoxchurchfathers.com/fathers/npnf214/npnf2256.html[14]
Ο προσδιορισμός ἐν γνώσει («εν γνώσει», «εν πλήρει επιγνώσει») είναι σκόπιμος. Εκείνοι που εν γνώσει κοινωνούν μετά εκείνων που υβρίζουν τας αγίας εικόνας: Ανάθεμα. Εκείνοι που κοινώνησαν εν αγνοία: δεν αναθεματίζονται.
Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ο Επίσκοπος Βασίλειος είχε προηγουμένως κοινωνήσει μετά εικονοκλαστών. Δέχθηκε πίσω στη Σύνοδο ακριβώς επειδή απέδωσε τη συμμετοχή του σε άγνοια: «Ζητώ συγγνώμη από την θεοσυνάχθη αγιότητά σας για τη βραδύτητά μου σε αυτό το ζήτημα… προήλθε από την πλήρη έλλειψη γνώσεώς μου» (Πράξεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Α΄ Συνεδρία). Η ίδια η Σύνοδος που εξέφρασε το ανάθεμα κατά εκείνων που εν γνώσει κοινωνούν μετά εικονοκλαστών ταυτόχρονα επέδειξε, μέσω υποδοχής Βασιλείου, ότι εκείνοι που το έπραξαν δι’ αγνοίας αντιμετωπίστηκαν με ποιμαντικό έλεος.
Αυτή είναι η ίδια αρχή πίσω από τη γλώσσα του Αναθέματος ROCOR 1983 περί εκείνων που «εν γνώσει κοινωνούν» μετά αιρετικών. Αυτό αποτελεί συνοδική αρχή, όχι καινοτομία της ROCOR.
Ανάθεμα και πνευματική πραγματικότητα
Μια κρίσιμη διάκριση πρέπει να γίνει. Ο προσδιορισμός «εν γνώσει» του Συνοδικού εφαρμόζεται στη κανονική ποινή (το τυπικό ανάθεμα), όχι στο πνευματικό αποτέλεσμα κοινωνίας μετά αιρέσεως.
Οι ορθόδοξες ευχές προ Θείας Κοινωνίας διδάσκουν αυτή τη διάκριση. Κάθε Ορθόδοξος Χριστιανός προσεύχεται πριν λάβει τη Θεία Ευχαριστία: «Μη φλέξης με, ο μετέχων· πυρ γαρ υπάρχεις τους αναξίους φλέγον.» Και: «Φρίξον, ω άνθρωπε, βλέπων το θεοποιόν αίμα· ανθραξ γαρ εστι τους αναξίους φλέγων.» Και πάλι: «μη εις κρίμα ή εις κατάκριμα, αλλ’ εις ίασιν ψυχής τε και σώματος.» Οι ευχές προϋποθέτουν ότι το ίδιο Σώμα και Αίμα που θεραπεύει τους αξίους φέρει κρίση στους αναξίους. Η φωτιά δεν ρωτά αν ο κοινωνών γνωρίζει ότι είναι φωτιά.
Οι Πατέρες που αναφέρθηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο δεν προσθέτουν προσδιορισμό «εν γνώσει» όταν περιγράφουν τον πνευματικό κίνδυνο κοινωνίας μετά αιρέσεως. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης δεν λέγει ότι η κοινωνία μετά εικονοκλαστών μολύνει μόνον εκείνους που το γνωρίζουν. Ο Μέγας Αθανάσιος δεν λέγει ότι η αρειανική κοινωνία βλάπτει μόνον τους ενήμερους. Ο Άγιος Μελέτιος ο Γαλησιώτης δεν λέγει ότι τα μυστήρια μολύνονται μόνον για όσους γνωρίζουν την αίρεση. Η πνευματική πραγματικότητα είναι ό,τι είναι, ανεξαρτήτως επιγνώσεως.
Ως θεμελιώθηκε στο τμήμα περί Δονατισμού του προηγουμένου κεφαλαίου, ο «μολυσμός» που περιγράφουν οι Πατέρες δεν αποτελεί οντολογική διαφθορά Σώματος και Αίματος Χριστού. Τα μυστήρια παραμένουν αληθινό Σώμα και Αίμα. Ακριβώς γι’ αυτό η ανάξια μετάληψη φέρει κρίση αντί για απλή ανυπαρξία. Ο Απόστολος Παύλος διδάσκει: «Ός αν εσθίη τον άρτον τούτον ή πίνη το ποτήριον του Κυρίου αναξίως, ένοχος έσται του σώματος και αίματος του Κυρίου… ο γαρ εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει, μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου» (Α΄ Κορ. 11:27-29). Ο Παύλος προϋποθέτει ότι το Σώμα και το Αίμα είναι αληθινά· γι’ αυτό η ανάξια μετάληψη φέρει κατάκριση, όχι απλή ασημαντότητα.
Συνεπώς: εκείνοι που δεν γνωρίζουν δεν υπόκεινται στο τυπικό ανάθεμα του Συνοδικού. Αλλά «μη αναθεματιζόμενοι» δεν σημαίνει «χωρίς συνέπειες». Ο ίδιος ο Επίσκοπος Βασίλειος, αν και γλίτωσε το ανάθεμα, έπρεπε να ομολογήσει δημοσίως και να ζητήσει συγγνώμη. Ο Άγιος Νικηφόρος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, διδάσκει ότι εκείνοι που «μολύνθηκαν δια κοινωνίας μετά αιρετικών» μπορούν να γίνουν δεκτοί πίσω, αλλά μόνον «αν ομολογήσουν τη πτώση και μετανοήσουν». Χρησιμοποιεί τη λέξη «πτώση». Απαιτεί εξομολόγηση. Απαιτεί μετάνοια. Η αφαίρεση κανονικής ποινής δεν αφαιρεί τη πνευματική πραγματικότητα. Εκείνοι που δεν γνωρίζουν δεν καταδικάζονται, αλλά δεν μένουν γι’ αυτό αβλαβείς. Ωφελούνται από την παύση κοινωνίας ακόμη κι αν δεν υπόκεινται σε ανάθεμα επειδή συνεχίζουν.
Η άγνοια ελαφρύνει, αλλά δεν αφαιρεί
Ο Άγιος Γαβριήλ (Ουρκεμπάντζε) Γεωργίας προειδοποιεί κατά τεντώματος αυτής της διακρίσεως σε αδιαφορισμό: «Υπάρχει μια διαδεδομένη λαϊκή ρήση: “Η άγνοια δεν είναι αμαρτία.” Αυτό είναι εσφαλμένο· η αμαρτία απλώς ελαττώνεται. Θα δώσουμε πλήρη λόγο για όλες τις πράξεις μας.»[15]
Αν η άγνοια πλήρως δικαιολογούσε τη κοινωνία μετά αιρέσεως, θα δικαιολογούσε και τους ετεροδόξους που δεν γνωρίζουν ότι η Ορθοδοξία είναι η αληθινή Εκκλησία, και έτσι όλοι τους θα σώζονταν. Κανένας Πατήρ δεν το διδάσκει αυτό. Η άγνοια ελαφρύνει· δεν εξαλείφει.
Αυτή η αρχή γίνεται πλήρως και τελείως κατανοητή όσον αφορά τους ετεροδόξους. Ωστόσο, γίνεται δυσάρεστη όταν εφαρμοστεί στους Ορθοδόξους Χριστιανούς.
Η αντίδραση δύο τροχιών
Ο Μακάριος Θεοφύλακτος δίνει το ποιμαντικό πλαίσιο:
Αν ενεργούσαν εξ αγνοίας ή απάτης, θα χρειαζόταν να τους διορθώσουμε, αλλά αφού αμαρτάνουν ηθελημένα, φύγετε μακριά!
— Μακάριος Θεοφύλακτος, Collected Commentaries of the Epistles, Σχόλιο στο Ρωμ. 16:17-18, σ. 330
Για τους αγνοούντες, διόρθωσέ τους. Για τους ηθελημένους, φύγε. Το ανάθεμα του Συνοδικού εφαρμόζεται στη δεύτερη κατηγορία. Το καθήκον ενημερώσεως και διορθώσεως εφαρμόζεται στη πρώτη.
Γι’ αυτό ακριβώς η ενημέρωση έχει σημασία: όχι για να καταδικαστούν οι αγνοούντες, αλλά για να μετακινηθούν από τη πρώτη κατηγορία (αγνοούντες, χρήζοντες διορθώσεως) σε τόπο ενημερωμένης αποφάσεως. Η αγαπητική απάντηση στη άγνοια είναι η πληροφόρηση, όχι η αδιαφορία.
Ο Μητροπολίτης Κύριλλος Καζάν, όπως είδαμε νωρίτερα, παρείχε ποιμαντική καθοδήγηση σε λαϊκούς χωρίς εναλλακτική στις σεργιανιστικές εκκλησίες: μπορούν να λάβουν τα Μυστήρια όπου δεν υφίσταται ορθόδοξη εναλλακτική. Ο Επίσκοπος Αρτέμιος Ράσκα-Πρίζρεν, που έπαψε μνημόνευση Σέρβου Πατριάρχη λόγω οικουμενισμού, ομοίως επέτρεψε στους πιστούς του να κοινωνούν στη κανονική Σερβική Εκκλησία. Δεν τη κήρυξε αχαρίτωτη. Δεν έστειλε το ποίμνιό του σε σχίσμα. Έπαψε μνημόνευση ως διαγνωστική πράξη εντός Εκκλησίας ενώ αναγνώριζε ότι τα μυστήρια παρέμεναν. Αμφότεροι Μητροπολίτης Κύριλλος και Επίσκοπος Αρτέμιος επιδεικνύουν ποιμαντικό έλεος για τους πιστούς, χωρίς να προσποιούνται ότι η κοινωνία μετά αιρέσεως είναι αδιάφορη. Ωστόσο, αυτά ήταν πράξεις οικονομίας για συγκεκριμένους ανθρώπους.
Ο π. Σεραφείμ Ρόουζ εφάρμοσε τo ίδιο πρότυπο τη δεκαετία 1970 αναφορικά με τη OCA (Ορθόδοξη Εκκλησία Αμερικής, πρώην Μετροπολία), που είχε λάβει «αυτοκεφαλία» από το σοβιετικά κυριαρχούμενο Πατριαρχείο Μόσχας. Γράφοντας σε ιερέα OCA το 1979 (Επιστολή #262, προς τον π. Βασίλειο Ρόουντς), ο π. Σεραφείμ δήλωσε ξεκάθαρα: «Δεν αρνούμεθα τη χάρη των Μυστηρίων σας περισσότερο απ’ όσο εσείς αρνείσθε τη δική μας, και θεωρούμε τη μετάδοση Θείας Κοινωνίας σε λαϊκά μέλη της OCA ως ποιμαντικό και όχι ως “κανονικό” ζήτημα.» Δεν αρνούνταν κοινωνία σε λαϊκούς OCA που ερχόντουσαν σε ναούς ROCOR: «Εμείς οι ίδιοι δεν αρνούμεθα τη κοινωνία σε μέλη OCA αν δούμε ότι απλά δεν μπορούν να κατανοήσουν τα ζητήματα» (Επιστολή #261, προς τον Τίμοθι Σελ).
Ωστόσο, στην ίδια επιστολή προς τον π. Βασίλειο πρόσθεσε: «Τα δικά μας πνευματικά τέκνα, θα σας πω ειλικρινά, τα αποθαρρύνουμε από τη λήψη κοινωνίας σε ναούς OCA, προσπαθώντας να αφυπνίσουμε σε αυτά πιο συνειδητή στάση προς τη ορθόδοξη εκκλησιαστική κατάσταση σήμερα.» Σε χωριστή επιστολή του 1978 (Επιστολή #250), σημείωσε ότι «μια περιστασιακή προθανάτια κοινωνία κάποιου που αγνοεί τις δικαιοδοτικές διαφορές» δεν απειλούσε την πολιτική μη-κοινωνίας της Εκκλησίας με τη Μόσχα, «και δεν χρειάζεται να γίνει ζήτημα γι’ αυτό».
Ένας ποιμένας. Δύο αντιδράσεις. Για τους αγνοούντες που «απλά δεν μπορούν να κατανοήσουν τα ζητήματα», οικονομία: δέξου τους, μη κάνεις ζήτημα. Για τα δικά του πνευματικά τέκνα που ενεργά διαμόρφωνε, ακρίβεια: αποθάρρυνε κοινωνία σε συμβεβλημένα πλαίσια, αφύπνισε «πιο συνειδητή στάση». Αυτό είναι το πλαίσιο Θεοφυλάκτου βιωμένο: διόρθωσε τους αγνοούντες, φύγε από τους ηθελημένους. Ο π. Σεραφείμ δεν καταδίκαζε τους πιστούς της OCA· καθοδηγούσε τους δικούς του προς το πλήρωμα.
Μια ένταση πρέπει να αναγνωριστεί. Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ως αναφέρθηκε στο προηγούμενο κεφάλαιο, διδάσκει ότι «το Μυστήριο μολύνεται από τη μνημόνευση μόνον αιρετικού επισκόπου, ακόμη κι αν τα πάντα άλλα του ιερέα είναι ορθόδοξα και κανονικά κατά τη τέλεση Λειτουργίας». Δεν δίνει εξαίρεση για λαϊκούς και κανένα προσδιορισμό για εκείνους που στερούνται εναλλακτικής. Ο Μητροπολίτης Κύριλλος και ο Επίσκοπος Αρτέμιος, αντιθέτως, επιτρέπουν σε λαϊκούς να κοινωνούν σε εκκλησίες που μνημονεύουν αυτούς ακριβώς τους ιεράρχες τους οποίους οι ίδιοι έπαψαν να μνημονεύουν.
Αυτά δεν αποτελούν αντιφάσεις. Αποτελούν τον κανόνα και τη οικονομία. Ο Άγιος Θεόδωρος δίνει τo πλήρες πατερικό κριτήριο: φύγε από τη κοινωνία μετά αιρέσεως εξ ολοκλήρου.[16] Ο Μητροπολίτης Κύριλλος και ο Επίσκοπος Αρτέμιος εφαρμόζουν ποιμαντική οικονομία σε συγκεκριμένη κατάσταση και για συγκεκριμένους λαϊκούς που γνησίως δεν έχουν ορθόδοξη εναλλακτική. Αυτό ακολουθεί το ίδιο πρότυπο με τους κανόνες του Μεγάλου Βασιλείου περί φόνου σε πόλεμο, όπου ο κανόνας είναι τρία χρόνια αποκλεισμού από τη κοινωνία, αλλά η οικονομία μπορεί να προσαρμόζει την εφαρμογή χωρίς να καταργεί τον κανόνα.
Το κρίσιμο σημείο, ως προειδοποίησε ο Θεόδωρος Βαλσαμών (και ως ήδη θεμελιώθηκε στο Κεφάλαιο 18: Η Αντίφαση Αποδεικνύεται και στο Κεφάλαιο 24: Περί Παύσεως Μνημοσύνου), είναι ότι «αυτό που εισήχθη κατ’ οικονομίαν προς ωφέλιμο σκοπό δεν πρέπει να μετατρέπεται σε παράδειγμα και να θεωρείται εφεξής κανόνας». Η οικονομία Μητροπολίτη Κυρίλλου και Επισκόπου Αρτεμίου υφίσταται για εκείνους που πραγματικά δεν έχουν εναλλακτική και βρίσκονταν σε ιδιαίτερες περιστάσεις, και ασκήθηκε σε ατομική βάση, όχι ως γενική πολιτική. Δεν γίνεται μόνιμη δικαιολογία για εκείνους που έχουν εναλλακτικές αλλά βρίσκουν τον αποχωρισμό άβολο. Ο κανόνας παραμένει αυτό που διδάσκει ο Άγιος Θεόδωρος. Η οικονομία υπηρετεί εκείνους που ακόμη δεν μπορούν να τον σηκώσουν.
Ο ίδιος ο Μητροπολίτης Κύριλλος χαράσσει αυτό το όριο με ακρίβεια. Στις ίδιες επιστολές που επιτρέπει σε αγνοούντες λαϊκούς να κοινωνούν, διδάσκει επίσης: τα Μυστήρια που τελούνται από Σεργιανιστές «είναι αναμφιβόλως σωτήρια Μυστήρια για εκείνους που τα λαμβάνουν μετά πίστεως, εν απλότητι», αλλά «υπηρετούν προς κρίση και καταδίκη για τους ιδίους τους τελούντας και για εκείνους που τα πλησιάζουν γνωρίζοντας καλώς τη ψευτιά που υφίσταται στον Σεργιανισμό». Καταλήγει: «Γι’ αυτό είναι ουσιώδες για Ορθόδοξο Επίσκοπο ή ιερέα να απέχει από κοινωνία μετά Σεργιανιστών εν προσευχή. Το ίδιο είναι ουσιώδες για λαϊκούς που έχουν συνειδητή στάση απέναντι σε όλες τις λεπτομέρειες της εκκλησιαστικής ζωής.»
Ένας ιεράρχης. Μία διδασκαλία. Τόσο η οικονομία όσο και το όριό της. Τα Μυστήρια σώζουν τους απλούς. Τα ίδια Μυστήρια καταδικάζουν εκείνους που τα πλησιάζουν «γνωρίζοντας καλώς τη ψευτιά». Και η υποχρέωση αποχής δεν επιφυλάσσεται στον κλήρο: είναι «ουσιώδης» για λαϊκούς που γνωρίζουν. Ποιμαντικό έλεος προς τους αγνοούντες δεν σημαίνει να τους αφήνουμε αγνοούντες.
Γιατί, λοιπόν, να ενημερώσει κανείς οποιονδήποτε; Αν η άγνοια ελαφρύνει τη αμαρτία, δεν θα ήταν καλύτερο να αφήνουμε τους ανθρώπους στη άγνοια; Όχι. Διότι η οικονομία αποτελεί συγκατάβαση προς αδυναμία, ποτέ το πλήρωμα.
Οι Πατέρες διδάσκουν ότι η Θεία Ευχαριστία δεν είναι μηχανική. Το ίδιο Σώμα και Αίμα Χριστού, λαμβανόμενο στη ολότητά του από κάθε κοινωνούντα, παράγει διαφορετικά αποτελέσματα αναλόγως της πνευματικής καταστάσεως του κοινωνούντος. Ο Μητροπολίτης Ιερόθεος Βλάχος, συνοψίζοντας τη πατερική παράδοση, γράφει: «Η Θεία Κοινωνία, κατά τις λειτουργικές ευχές, είναι για τους προετοιμασμένους φως φωτίζον, και για τους μη προετοιμασμένους πυρ καταναλίσκον.»[17] Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος διδάσκει τη ίδια αρχή: η ίδια χάρη «καίει ορισμένους επειδή ακόμη στερούνται καθάρσεως και φωτίζει άλλους αναλόγως του βαθμού τελειότητός τους».[18] Ορισμένοι απέρχονται από τη κοινωνία ωσάν εκ πυρίνης καμίνου, αισθανόμενοι ανακούφιση από μολυσμό· άλλοι απέρχονται λαμπροί εκ φωτός και ενδεδυμένοι ταπείνωση και χαρά. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης θέτει το σημείο ρητώς: ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος βίωσε θέωση (ένωση μετά Θεού) μετά τη Θεία Κοινωνία επειδή ήταν προετοιμασμένος γι’ αυτό. «Αλλά επιτυγχάνουμε τέτοια κατάσταση ενώσεως μετά Θεού κάθε φορά που κοινωνούμε;» Η Ευχαριστία δεν είναι, όπως προειδοποιεί ο Ρωμανίδης, μια «ένεση θεότητος» που λειτουργεί ταυτοσήμως ανεξαρτήτως καταστάσεως του κοινωνούντος.[19]
Η ίδια αρχή διέπει κάθε συνάντηση μεταξύ Θεού και ανθρώπου στη Ορθόδοξη παράδοση. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος διδάσκει ότι στον μέλλοντα αιώνα, η ίδια θεία αγάπη θα βιωθεί διαφορετικά από τους δικαίους και τους αμαρτωλούς: «Υποστηρίζω επίσης ότι εκείνοι που τιμωρούνται στη Γέεννα μαστιγώνονται υπό της μαστίγος της αγάπης… Αλλά η αγάπη ενεργεί κατά δύο τρόπους: βασανίζει τους αμαρτωλούς… [και] γίνεται πηγή χαράς για εκείνους που έζησαν σύμφωνα μ’ αυτή.» Η φωτιά είναι η ίδια φωτιά. Η αγάπη είναι η ίδια αγάπη. Αυτό που διαφέρει είναι η κατάσταση εκείνου που τη συναντά. Η προετοιμασμένη ψυχή δέχεται τη αγάπη ως παράδεισο· η απροετοίμαστη ψυχή δέχεται τη ίδια αγάπη ως βάσανο. Αν αυτό ισχύει για τη συνάντηση με τον Θεό στη τελική κρίση, ισχύει και για τη μυστηριακή συνάντηση. Τα ίδια Μυστήρια, λαμβανόμενα από κοινωνούντα στο πλήρωμα Ορθοδόξου ζωής, παράγουν ένα αποτέλεσμα· λαμβανόμενα υπό ελαττωμένες συνθήκες, παράγουν διαφορετικό.
Η κατάσταση του κοινωνούντος καθορίζει τι λαμβάνει. Αυτό περιλαμβάνει το λειτουργικό πλαίσιο εντός του οποίου κοινωνεί. Εκείνοι που λαμβάνουν τα Μυστήρια σε εκκλησία όπου μνημονεύεται αίρεση δεν λαμβάνουν το μηδέν· λαμβάνουν το αληθινό Σώμα και Αίμα Χριστού. Αλλά οι συνθήκες τους είναι ελαττωμένες. Δεν λαμβάνουν το πλήρωμα αυτού που προσφέρουν τα Μυστήρια. Εκείνοι που έχουν τη δύναμη να ζήσουν σύμφωνα με το αυστηρό πατερικό κριτήριο, κοινωνώντας σε πλήρως ορθόδοξο πλαίσιο ελεύθερο από μνημόνευση αιρέσεως, λαμβάνουν το πλήρες όφελος.
Η ενημέρωση, κατά συνέπεια, αποτελεί προσφορά του πληρώματος. Εκείνοι που μπορούν να τη σηκώσουν θα ωφεληθούν πλήρως. Εκείνοι που δεν μπορούν θα τύχουν ελέους, όπως ο Μητροπολίτης Κύριλλος και ο Επίσκοπος Αρτέμιος έδειξαν έλεος. Αλλά κανείς δεν ωφελείται αφηνόμενος σε κατωτέρα κατάσταση ενώ ανωτέρα του είναι διαθέσιμη.
Αυτό το βιβλίο υπάρχει ακριβώς γι’ αυτόν τον σκοπό: να ενημερώσει, ώστε οι αγνοούντες να μπορούν να προστατεύσουν τους εαυτούς τους, και ώστε η άγνοια να πάψει να αποτελεί υπεράσπιση για εκείνους που τώρα ενημερώθηκαν.
Πού βρισκόμαστε

Αυτό το Μέρος άρχισε με το διάταγμα του Μητροπολίτη Σεργίου και της Σεργιανικής Συνόδου, που ισχυριζόταν ότι η παύση μνημονεύσεως δικαιολογείται μόνον όταν ένας επίσκοπος «έχει ήδη κατακριθεί από Σύνοδο» ή «αρχίζει να κηρύσσει γνωστή αίρεση που επίσης κατακρίθηκε από Σύνοδο». Αυτός ο ισχυρισμός, παπαγαλιζόμενος από πολλούς στη εποχή μας σχεδόν χωρίς κανένα σεβασμό στους Πατέρες και αγίους, είναι ψευδής.
Οι άγιοι δεν περίμεναν συνόδους· ο Άγιος Υπάτιος χωρίστηκε από τον Νεστόριο τρία χρόνια πριν τη Έφεσο. Οι κανόνες δεν τις απαιτούν· ο ΙΕ΄ Κανόνας ρητά επιτρέπει αποχωρισμό «πριν υπάρξει οποιαδήποτε συνοδική ή συλλογική δίκη». Οι Πατέρες διδάσκουν ότι η αίρεση είναι αίρεση τη στιγμή που αποκλίνει από τη αλήθεια, όχι όταν ψηφίσει μια σύνοδος. Και η κοινωνία μετά αιρέσεως, ακόμη χωρίς προσωπική συμφωνία, μολύνει τα μυστήρια και καταστρέφει τη ψυχή.
Δεν χρειάζεται να είσαι άγιος για να το γνωρίζεις αυτό. Δεν χρειάζεσαι σύνοδο για να το επιβεβαιώσει. Δεν χρειάζεσαι άδεια επισκόπου για να ενεργήσεις βάσει αυτού. Οι κανόνες, οι Πατέρες, και οι άγιοι είναι ομόφωνοι: η υπεράσπιση της πίστεως είναι υποχρέωση κάθε βαπτισμένου Χριστιανού, και οι πιστοί που χωρίζονται από αιρετικό ιεράρχη δεν είναι σχισματικοί αλλά ομολογητές.
Εκείνοι που ακόμη δεν γνωρίζουν τυγχάνουν ελέους. Εκείνοι που τώρα γνωρίζουν πρέπει να αποφασίσουν.
Αυτό το βιβλίο δεν καταδικάζει κανέναν. Όταν ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής κατηγορήθηκε ότι καταδικάζει ολόκληρο τον κόσμο στεκόμενος μόνος κατά Μονοθελητισμού, απάντησε:
«Όταν όλος ο λαός στη Βαβυλώνα προσκυνούσε τη χρυσή εικόνα, οι Τρεις Παίδες δεν κατέκριναν κανέναν εις απώλεια. Δεν ασχολούνταν με ό,τι έκαναν οι άλλοι, αλλά φρόντιζαν μόνον για τους εαυτούς τους, ώστε να μη αποπέσουν από τη αληθινή ευσέβεια. Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο, και ο Δανιήλ, ριχθείς στον λάκκο των λεόντων, δεν κατέκρινε κανέναν εξ εκείνων που, εκπληρώνοντας τον νόμο του Δαρείου, δεν ήθελαν να προσευχηθούν στον Θεό· αλλά είχε κατά νου το καθήκον του, και προτιμούσε να πεθάνει παρά να αμαρτήσει και να βασανιστεί από τη συνείδησή του για παράβαση Νόμου Θεού. Μη γένοιτο και εγώ να κατακρίνω κανέναν.»
— Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, από το αρχείο της δίκης του (655 μ.Χ.)
Οι Τρεις Παίδες δεν κατέκριναν κανέναν. Φρόντισαν να μη αποπέσουν από τη αληθινή ευσέβεια. Αυτή είναι η στάση αυτού του βιβλίου. Η πατερική μαρτυρία παρουσιάζεται. Τα στοιχεία τεκμηριώνονται. Κάθε αναγνώστης πρέπει να αποφασίσει μόνος, ενώπιον Θεού, τι θα κάνει μ’ αυτά.
Ο Άγιος Μάρκος Εφέσου αρνήθηκε τη ψευδή ένωση. Ο Επίσκοπος Λογγίνος Μπαντσένσκ, ιεράρχης της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, έπαψε τη μνημόνευση του Πατριάρχη Κυρίλλου το 2016, χρόνια πριν τον πόλεμο, αναγνωρίζοντας ότι το πρόβλημα δεν ήταν πολιτικό αλλά θεολογικό.
Ας ακούσουμε τον Αρχιεπίσκοπο Αβέρκιο, τέταρτο ηγούμενο της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Jordanville, περί αντιστάσεως στη αίρεση σε αυτούς τους εσχάτους καιρούς:
Δεν έχουμε ούτε τη δύναμη ούτε τη εξουσία να σταματήσουμε τη Αποστασία, όπως τονίζει ο Επίσκοπος Ιγνάτιος: «Μη προσπαθείτε να τη σταματήσετε με τo αδύναμο χέρι σας…» Αλλά τι πρέπει τότε να κάνουμε; «Αποφύγετέ την, προστατεύστε τον εαυτό σας απ’ αυτήν, και αυτό αρκεί για εσάς.»
— Αρχιεπίσκοπος Αβέρκιος (Ταούσεφ), «Περί Αποστασίας», Orthodox Life, Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος, Jordanville
Ορισμένοι Χριστιανοί κληρικοί, ακόμη και κορυφαίοι ιεράρχες της Εκκλησίας, συνεργάζονται με τους αθέους και τους φανερούς και κρυφούς εχθρούς του Κυρίου και Σωτήρος ημών, εμπλεκόμενοι σε κάθε είδους διαπραγματεύσεις μαζί τους, κάνοντας διάφορους συμβιβασμούς και συνάπτοντας κάθε είδους συμφωνίες που συχνά συνορεύουν με προδοσία της αγίας πίστεώς μας και Εκκλησίας.
— Αρχιεπίσκοπος Αβέρκιος (Ταούσεφ), «Περί Αποστασίας», Orthodox Life, Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος, Jordanville
Οι άγιοι δεν παρέμειναν σιωπηλοί όταν ποιμένες δίδασκαν πλάνη. Δεν έκαναν δικαιολογίες. Δεν περίμεναν τέλειες συνθήκες. Μαρτύρησαν τη αλήθεια.
Το μοναδικό ερώτημα που μένει για κάθε Ορθόδοξο Χριστιανό είναι αυτό: Αγαπώ τη αλήθεια αρκετά ώστε να δράσω βάσει αυτής; Εμπιστεύομαι τη μαρτυρία των αγίων που πέρασαν πριν από εμένα; Είμαι πρόθυμος, όπως ο Άγιος Υπάτιος, να πω «Κάνετε ό,τι θέλετε, γιατί αποφάσισα να υποφέρω τα πάντα»;
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, Επιστολές, σ. 86. ↩
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, επιστολή περί οικουμενισμού, στο Ιερομόναχος Ισαάκ, Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης, σ. 428. ↩
Πρόλογος στο Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης (βιογραφία Ησυχαστηρίου Αγίου Ιωάννου Θεολόγου, Σουρωτή), σ. 17. ↩
Πρωτότυπο Ελληνικό: “Ὅταν πρόκειται περὶ πίστεως, δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ κανείς· «Ἐγὼ τίς εἰμαι; Ἱερεύς; Οὐδαμῶς. Ἄρχων; Οὐδ’ αὐτός. Στρατιώτης; Ποῦ γάρ; Γεωργός; Οὐδ’ αὐτὸ τοῦτο. Πένης εἰμί.» … Ἀκούσατε τοῦ Κυρίου λέγοντος· «Λίθοι κεκράξονται.» Ὅταν τοίνυν ἱερεὺς σιγᾷ, λίθος κεκράξεται.” ↩
Πρωτότυπο Ελληνικό: “Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι, πᾶσαι αἱ θεῖαι γραφαί, φεύγειν τοὺς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καὶ τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι.” ↩
Εγκύκλιος Ανατολικών Πατριαρχών, 1848, υπογεγραμμένη από Άνθιμο Κωνσταντινουπόλεως, Ιερόθεο Αλεξανδρείας, Μεθόδιο Αντιοχείας, και Κύριλλο Ιεροσολύμων. Πλήρες κείμενο: http://orthodoxinfo.com/ecumenism/encyc_1848.aspx ↩
Πρωτότυπο Ελληνικό: “ἡ ὑπεράσπιση τῆς πίστεως εἶναι σὲ ὅλους τοὺς Ὀρθοδόξους ὑποχρεωτικὴ καὶ ὄχι δυνητική.” ↩
Πρωτότυπο Ελληνικό: “Άλλο το να αντιδράσης, για να υπερασπιστής σοβαρά πνευματικά θέματα, που αφορούν την πίστη μας, την Ορθοδοξία. Αυτό είναι καθήκον σου.” ↩
Πρωτότυπο Ελληνικό: “Όποιος λέει ότι «όποιος κόβει το Μνημόσυνο είναι σχισματικός και εκτός της Εκκλησίας», αυτός είναι αιρετικός. Γιατί είναι αιρετικός; Γιατί τη διακοπή του Μνημοσύνου τη θέσπισε ο 15ος Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Επομένως κατηγορεί την Εκκλησία ότι είναι πλανεμένη που θέσπισε αυτό τον Κανόνα. Γι’ αυτό είναι αιρετικός.” ↩
Πρωτότυπο Ελληνικό: “Όσοι λένε ότι δεν επιτρέπεται ο έλεγχος στην Εκκλησία είναι αιρετικοί, γιατί η Εκκλησία θέσπισε τον έλεγχο.” ↩
Άγιος Σεραφείμ Σαρώφ, στο Μητροπολίτης Αντώνιος Σουρόζ, «On the Feast of St. Seraphim of Sarov.» Βλ. OrthoChristian: https://orthochristian.com/72686.html ↩
Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, αρχεία δίκης (Διάλεξη Βιζύης, 656 μ.Χ.). Η απάντηση με τους Τρεις Παίδες εμφανίζεται στην ανάκριση από τον Τρωίλο και τον Σέργιο. Βλ. The Great Synaxaristes of the Orthodox Church, μτφ. Holy Apostles Convent, Τόμ. 1 (Ιανουάριος), σσ. 857-858. ↩
Ακάθιστος Ιερομάρτυρος Δανιήλ Συσόεφ, Οίκοι 6-7. Πλήρες κείμενο: https://oldbelieving.wordpress.com/2022/01/26/akathist-to-hieromartyr-daniel-sysoev/ ↩
Πρωτότυπο Ελληνικό: “Τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει τοῖς ὑβρίζουσι καὶ ἀτιμάζουσι τὰς σεπτὰς εἰκόνας, ἀνάθεμα.” ↩
Άγιος Γαβριήλ (Ουρκεμπάντζε) Γεωργίας, Great Art Thou, O Lord! (Μέγας ει, Κύριε!), σ. 180 ↩
Ο ίδιος ο Άγιος Θεόδωρος αναγνωρίζει τη οικονομία σε καιρούς αιρέσεως στη Επιστολή II.215 (PG 99:1645D), αναφέροντας τον Μέγα Αθανάσιο και τον Ευσέβιο Σαμοσάτων ως προηγούμενα αγίων που ενήργησαν εκτός κανονικής πρακτικής λόγω αναγκαιότητος. ↩
Μητροπολίτης Ιερόθεος Βλάχος, συνοψίζοντας τη πατερική παράδοση περί αποτελεσμάτων Θείας Κοινωνίας. Βλ. δημοσιευμένες διαλέξεις και γραπτά του περί Θείας Λειτουργίας, αντλώντας από τις λειτουργικές ευχές προπαρασκευής Κοινωνίας. ↩
Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, Κλίμαξ, Βαθμίς 28: «Περί Προσευχής». Η αρχή ότι η ίδια θεία χάρη παράγει διαφορετικά αποτελέσματα αναλόγως της καταστάσεως του κοινωνούντος διατρέχει ολόκληρη τη ασκητική παράδοση. ↩
π. Ιωάννης Ρωμανίδης, Πατερική Θεολογία, σσ. 88-89. Ο Ρωμανίδης προειδοποιεί κατά της ιδέας ότι η θέωση αποτελεί «ένεση θεότητος που λαμβάνει ο άνθρωπος δια των Μυστηρίων της Εκκλησίας», επικαλούμενος τη ευχή του Αγίου Συμεών Νέου Θεολόγου προ Θείας Κοινωνίας. ↩
