Skip to main content
Η Αίρεση του Πατριάρχη Κυρίλλου
Παράρτημα Β΄

Η Κανονική Υπόθεση Κατά της OCU

Πορτρέτο του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου Α΄ Κωνσταντινουπόλεως με μαύρα πατριαρχικά άμφια, γυαλιά και ποιμαντορική ράβδο
Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄ Κωνσταντινουπόλεως. Η μονομερής χορήγηση αυτοκεφαλίας σε σχισματικές ομάδες στην Ουκρανία το 2019 παραβίασε τις δικές του δηλωμένες προϋποθέσεις για τη διαδικασία. Φωτογραφία: Massimo Finizio (CC BY 3.0)

Το Κεφάλαιο 28 εισάγει τα κανονικά προβλήματα με την OCU. Αυτό το παράρτημα παρέχει τη πλήρη κανονική τεκμηρίωση για όσους θέλουν τα ολοκληρωμένα επιχειρήματα, αντιμετωπίζουν αντιρρήσεις ή χρειάζεται να απαντήσουν σε απολογητές της OCU.

Η πιο ενδελεχής και κανονικά τεκμηριωμένη ανάλυση της ουκρανικής κατάστασης που διατίθεται στα αγγλικά είναι The Ecclesial Crisis in Ukraine του Μητροπολίτη Νικηφόρου Κύκκου και Τηλλυρίας (Κύπρου).[1] Ο Μητροπολίτης Νικηφόρος είναι ιεράρχης της αρχαίας Αποστολικής Εκκλησίας της Κύπρου, της οποίας η αυτοκεφαλία αναγνωρίστηκε από τη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (Κανών 8). Δεν είναι μεροληπτικός υπέρ της Ρωσίας. Δεν είναι απολογητής της Μόσχας. Είναι κανονολόγος που εξέτασε τα στοιχεία.

Αυτό το παράρτημα συνοψίζει το κανονικό πλαίσιό του και παρουσιάζει τα πιο καταλυτικά επιχειρήματα ευθέως.


«Δεν είχε η Κωνσταντινούπολη δικαιοδοσία επί της Ουκρανίας;»

330 Χρόνια Οικουμενικής Αναγνώρισης

Για πάνω από 330 χρόνια, κάθε αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία, ανεξαιρέτως, αναγνώριζε την Ουκρανία ως ανήκουσα στο Πατριαρχείο Μόσχας. Οι δικές της επίσημες εκδόσεις της Κωνσταντινουπόλεως (1797, 1829, 1896, 1902 και όλα τα Συντάγματα μέχρι το 2018) το επιβεβαίωναν. Οι δικοί της θεολόγοι της Κωνσταντινουπόλεως το επιβεβαίωναν: ο Αρχιμανδρίτης Καλλίνικος Δελικάνης (ο πατριαρχικός αρχειοφύλαξ), ο Καθηγητής Βλάσιος Φειδάς (τιμηθείς ως «Μέγας Διδάσκαλος της Εκκλησίας» από τον Βαρθολομαίο) και ο Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης (σύμβουλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου) έγραψαν όλοι, σε λιγότερο πολιτικά φορτισμένες εποχές, ότι το Κίεβο εκχωρήθηκε στη Μόσχα.[2]

Ο ίδιος ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος το επιβεβαίωσε το 2008: «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Δ΄ έκρινε ότι ήτο αναγκαίον… όπως η Εκκλησία της Ουκρανίας υπαχθή εκκλησιαστικώς εις το Πατριαρχείον Μόσχας[3]

Οι ίδιες οι επιστολές του Πατριάρχη Βαρθολομαίου τον καταδικάζουν

Πέραν της αναγνώρισης της δικαιοδοσίας της Μόσχας γενικά, ο Βαρθολομαίος αναγνώρισε το δικαίωμα της Μόσχας να κρίνει Ουκρανούς επισκόπους. Οι δικές του επιστολές το αποδεικνύουν.

Όταν η Μόσχα καθαίρεσε τον Φιλάρετο το 1992, ο Βαρθολομαίος έγραψε: «Η Αγία Μεγάλη Εκκλησία του Χριστού αναγνωρίζει τη πλήρη και αποκλειστική δικαιοδοσία της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ρωσίας.»[4]

Όταν η Μόσχα αναθεμάτισε τον Φιλάρετο το 1997, ο Βαρθολομαίος έγραψε: «Θα παρακαλέσουμε να μην έχουν εφεξής εκκλησιαστική κοινωνία με τα ως άνω αναφερθέντα πρόσωπα.»[5]

Κατεδίκασε τον Φιλάρετο. Παρότρυνε τους άλλους να μην έχουν κοινωνία μαζί του. Έπειτα, είκοσι ένα χρόνια αργότερα, του χορήγησε αυτοκεφαλία.


«Δεν έχει η Κωνσταντινούπολη δικαίωμα εκδίκασης εκκλήτων;»

Το ισχυρότερο κανονικό επιχείρημα της Κωνσταντινουπόλεως είναι ότι οι Κανόνες 9 και 17 της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου χορηγούν στον Οικουμενικό Πατριάρχη εφεσιμότητα δικαιοδοσίας επί όλων των ορθοδόξων εκκλησιών. Υπό αυτή την ερμηνεία, οι Ουκρανοί σχισματικοί «προσέφυγαν» στη Κωνσταντινούπολη, και η Κωνσταντινούπολη άσκησε το κανονικό δικαίωμά της να εκδικάσει τη υπόθεσή τους και να ανατρέψει τη κρίση της Μόσχας.

Ο Μητροπολίτης Νικηφόρος αποδεικνύει ότι αυτός ο ισχυρισμός είναι ιστορικά και κανονικά αβάσιμος.[6]

Το επιχείρημα στηρίζεται στον Κανόνα 28 της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος χορηγεί στη Κωνσταντινούπολη τα ίδια προνόμια με τη Παλαιά Ρώμη. Η Κωνσταντινούπολη συλλογίζεται: αν η Ρώμη είχε εφεσιμότητα δικαιοδοσίας επί άλλων εκκλησιών, το ίδιο έχει και η Κωνσταντινούπολη. Αλλά είχε η Ρώμη; Η Σύνοδος της Καρθαγένης (418-424) απέρριψε ρητά τη αξίωση της Ρώμης. Όταν ο Πάπας Ζώσιμος, επικαλούμενος τους Σαρδικικούς Κανόνες 3, 4 και 5, προσπάθησε να εκδικάσει τη υπόθεση του Απιαρίου, πρεσβυτέρου της Καρθαγένης που καταδικάστηκε και καθαιρέθηκε από τη δική του εκκλησία, οι 217 Αφρικανοί επίσκοποι αρνήθηκαν τη αξίωση του επισκόπου της Παλαιάς Ρώμης να λειτουργεί ως ύψιστος κριτής στις εκκλησίες τους και απαγόρευσαν αυστηρά στους κληρικούς τους να ασκούν εφέσεις «πέραν θαλάσσης». Επέπληξαν τον Πάπα Κελεστίνο ευθέως: «Επιπλέον, αν κάποιος σας ζητήσει να στείλετε κληρικούς σας εδώ για να εκδικάσουν τη έφεσή του, μη συμμορφωθείτε, μήπως φανεί ότι εισάγουμε τη υπεροψία κοσμικής δεσποτείας στη Εκκλησία του Χριστού.»

Ο Κανών 2 της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου επικύρωσε τους κανόνες και τις επιστολές της Συνόδου Καρθαγένης, δίνοντάς τους πανορθόδοξη ισχύ. Η αδιαίρετη Εκκλησία απέρριψε τις εφεσιμότητες αξιώσεις της Ρώμης. Αν η Ρώμη δεν είχε ύψιστη εφεσιμότητα δικαιοδοσίας, ο Κανών 28 δεν χορηγεί στη Κωνσταντινούπολη τίποτα τέτοιο.

Ο σχολιασμός του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη στον Κανόνα 9 της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου είναι οριστικός:

Ὅτι μέν γάρ ὁ Κωνσταντινουπόλεως οὐκ ἔχει ἐξουσίαν ἐνεργεῖν εἰς τάς Διοικήσεις καί ἐνορίας τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν, οὔτε εἰς αὐτόν ἐδόθη ἀπό τόν Κανόνα τοῦτον ἡ ἔκκλητος ἐν τῇ καθόλου Ἐκκλησίᾳ…. «μόνον τῶν ὑποκειμένων τῷ Κωνσταντινουπόλεως ἔχει ὁ Κωνσταντινουπόλεως τάς ἐκκλήτους, ὥσπερ καί μόνον τῶν ὑποκειμένων τῷ Ρώμης, ἔχει ὁ Ρώμης τάς ἐκκλήτους»

— Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, σχολιασμός στον Κανόνα 9 της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Πηδάλιον[7][8]

Η πολιτική νομοθεσία το επιβεβαιώνει. Η Νεαρά 123 του Ιουστινιανού ορίζει: «Ο Πατριάρχης της Διοικήσεως θα καθορίζει τα συμφωνούντα με τους εκκλησιαστικούς Κανόνας και τους νόμους, και κανένα μέρος δεν δύναται να αντιτάξει στη απόφασή του.» Ο Λέων ο Σοφός: «Το δικαστήριο του Πατριάρχη δεν υπόκειται σε έφεση, ούτε δύναται να δικαστεί εκ νέου υπό ετέρου.» Πατριαρχικές αποφάσεις δεν εφεσιβάλλονται σε άλλο Πατριάρχη. Μόνο Οικουμενική Σύνοδος δύναται να αναθεωρήσει απόφαση πατριαρχικής συνόδου.[9]

Η Ιερά Σύνοδος Κωνσταντινουπόλεως εξεδίκασε εκκλήτους τις οποίες δεν είχε κανονικό δικαίωμα να δεχθεί, ανακάλεσε καθαιρέσεις εκδοθείσες από πλήρη σύνοδο ετέρου πατριαρχείου, και ανέτρεψε αυτό ακριβώς το ανάθεμα που ο ίδιος ο Βαρθολομαίος είχε επιβάλει το 1997.


«Τι γίνεται με τη 30ετή παραγραφή;»

Ακόμη κι αν οι αξιώσεις της Κωνσταντινουπόλεως σχετικά με τη μεταβίβαση του 1686 είχαν βάσιμο έρεισμα (δεν έχουν), οι ιεροί κανόνες επιβάλλουν αυστηρό χρονικό όριο στις δικαιοδοτικές διενέξεις.

Ο Κανών 17 της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου ορίζει:

Αι κατά πάσαν επαρχίαν αγροτικαί ή εγχώριαι παροικίαι θα παραμένουν υπό τους επισκόπους τους κατέχοντας τη δικαιοδοσίαν επ’ αυτών, ιδιαιτέρως εάν ούτοι οι επίσκοποι τας διοικούν αδιαλείπτως χωρίς εξαναγκασμόν επί τριάκοντα έτη. Εάν δε εντός τριάκοντα ετών γένηται ή υφίσταται διαφορά τις, επιτρέπεται εις τους θεωρούντας εαυτούς αδικηθέντας να φέρουν τη υπόθεσίν τους ενώπιον συνόδου επαρχιακής.

— Κανών 17, Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος (Χαλκηδών, 451)

Ο Κανών 25 της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου επιβεβαιώνει: «Εάν εντός τριάκοντα ετών γεγένηται ή γένηται διένεξίς τις, επιτρέπεται εις τους θεωρούντας εαυτούς αδικηθέντας να παραπέμψουν το ζήτημα εις την επαρχιακήν σύνοδον.»[10]

Η μεταβίβαση έγινε το 1686. Η Κωνσταντινούπολη είχε μέχρι το 1716 για να τη αμφισβητήσει. Δεν τη αμφισβήτησαν επί 332 χρόνια. Περίμεναν μέχρι το 2018. Κατά τα ρητά λόγια αυτών των ίδιων των Οικουμενικών Συνόδων, η αξίωσή τους έχει παραγραφεί.


«Ποιες είναι οι ορθές προϋποθέσεις για αυτοκεφαλία;»

Τον Ιανουάριο 2001, ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος έδωσε συνέντευξη στη ελληνική εφημερίδα Νέα Ελλάδα στην οποία εξήγησε ακριβώς πώς χορηγείται σωστά η αυτοκεφαλία:

Η αυτοκεφαλία και η αυτονομία χορηγούνται από τη σύνολη Εκκλησία δια αποφάσεως Οικουμενικής Συνόδου. Επειδή, δι’ ευνοήτους λόγους, η σύγκλησις Οικουμενικής Συνόδου δεν είναι εφικτή, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ως συντονιστής πασών των Ορθοδόξων Εκκλησιών, χορηγεί αυτοκεφαλίαν ή αυτονομίαν, υπό τη προϋπόθεσιν ότι αυταί (αι λοιπαί Ορθόδοξοι Εκκλησίαι) δίδουν τη συγκατάθεσίν των.

— Πατριάρχης Βαρθολομαίος, Συνέντευξη στη Νέα Ελλάδα, Ιανουάριος 2001, παρατίθεται στον Μητροπολίτη Νικηφόρο Κύκκου, The Ecclesial Crisis in Ukraine, σ. 34

Τρεις προϋποθέσεις αναδύονται από τα ίδια τα λόγια του Βαρθολομαίου: (1) αίτημα από τη κανονική Εκκλησία στο έδαφος, (2) συγκατάθεση της Μητρικής Εκκλησίας από την οποία θα αποσπαστεί η εκκλησία, και (3) έγκριση από όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, συντονισμένη υπό (όχι επιβεβλημένη υπό) του Οικουμενικού Πατριάρχη.

Ο Μητροπολίτης Ιωάννης Ζηζιούλας Περγάμου, ο εγγύτερος θεολογικός σύμβουλος του Βαρθολομαίου, το επιβεβαίωσε στη Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Διάσκεψη του 2009:

Η συγκατάθεση πάντων των Προκαθημένων και φυσικά, επίσης του Προκαθημένου της Μητρικής Εκκλησίας, θα έπρεπε να είχε δοθεί εκ των προτέρων… Τούτο δεν έχει καμία σχέση με παπικό πρωτείο. Ο Πάπας εκφράζει τη γνώμη του χωρίς να ρωτά τους άλλους. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης επιδιώκει να εξασφαλίσει τη γνώμη των άλλων και στη συνέχεια απλώς τη εκφράζει.

— Μητροπολίτης Ιωάννης Ζηζιούλας Περγάμου, Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Διάσκεψη, Γενεύη, Δεκέμβριος 2009, παρατίθεται στον Μητροπολίτη Νικηφόρο Κύκκου, The Ecclesial Crisis in Ukraine, σσ. 34–35

Στη περίπτωση της Ουκρανίας, καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν πληρούνταν:

  1. Αίτημα από τη κανονική Εκκλησία: Η αυτοκεφαλία δεν ζητήθηκε από τη κανονική Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία υπό τον Μητροπολίτη Ονούφριο. Ζητήθηκε από δύο σχισματικές ομάδες.
  2. Συγκατάθεση της Μητρικής Εκκλησίας: Η Ρωσική Εκκλησία, από την οποία θα αποσπούνταν η Ουκρανία, δεν συγκατατέθηκε. Η συγκατάθεσή της όχι μόνο απουσίαζε αλλά ρητά αρνήθηκε.
  3. Πανορθόδοξη συναίνεση: Ο Βαρθολομαίος ενήργησε μονομερώς. Δεν εξασφάλισε τη έγκριση των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών εκ των προτέρων. Για ένα ολόκληρο έτος μετά τον τόμο, καμία Ορθόδοξη Εκκλησία δεν αναγνώρισε την OCU. Μέχρι σήμερα, η πλειοψηφία των Ορθοδόξων Εκκλησιών δεν τη αναγνωρίζει.

Ο Βαρθολομαίος παραβίασε τις δικές του δηλωμένες προϋποθέσεις για χορήγηση αυτοκεφαλίας.

Οι ίδιοι οι προκάτοχοι της Κωνσταντινουπόλεως είπαν τα ίδια. Το 1970, όταν η Μόσχα χορήγησε μονομερώς αυτοκεφαλία στη Ορθόδοξη Εκκλησία στην Αμερική, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας διαμαρτυρήθηκε σε όλους τους λοιπούς Προκαθημένους:

Η χορήγησις αυτοκεφαλίας αποτελεί δικαίωμα ανήκον εις τη Εκκλησίαν ως σύνολον, και δεν δύναται κατ’ ουδένα τρόπον να θεωρηθεί δικαίωμα εκάστης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας.

— Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, επιστολή προς τους αρχηγούς αυτοκεφάλων εκκλησιών, 1970, https://www.orthodoxhistory.org/2018/09/21/1970-letter-from-ecumenical-patriarch-athenagoras-on-autocephaly/

Το ζήτημα του πώς θα πρέπει να χορηγείται η αυτοκεφαλία υποτίθεται ότι θα επιλυόταν στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο του 2016 στη Κρήτη, αλλά οι εκκλησίες δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν στη διαδικασία και το θέμα αφαιρέθηκε εξ ολοκλήρου από τη ημερήσια διάταξη. Ο Βαρθολομαίος χορήγησε τον τόμο τρία χρόνια αργότερα χωρίς τη συναίνεση στην οποία το ίδιο του το Πατριαρχείο είχε επιμείνει.


«Δεν ψήφισε η Ουκρανία υπέρ αυτοκεφαλίας το 1991;»

Η ένσταση εγείρεται μερικές φορές ότι το 1991, η Ιερά Σύνοδος της Ουκρανίας ψήφισε ομόφωνα υπέρ αυτοκεφαλίας, και ο ίδιος ο Μητροπολίτης Φιλάρετος τη ζήτησε από τη Μόσχα.[11] Δεν θεμελιώνει αυτό το δικαίωμα της Ουκρανίας σε αυτοκεφαλία;

Το πλαίσιο έχει σημασία. Όταν διεξήχθη εκείνη η ψηφοφορία, ο Φιλάρετος ήταν ο κανονικός Μητροπολίτης Κιέβου, και το αίτημα υποβλήθηκε μέσω κανονικών οδών στη Μητρική Εκκλησία. Αν η αυτοκεφαλία είχε χορηγηθεί τότε, θα χορηγούνταν στη υφιστάμενη κανονική Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία, μέσω κανονικής διαδικασίας, με τη συγκατάθεση της Μόσχας. Αυτό δεν συνέβη. Η Μόσχα ήταν εντός των κανονικών δικαιωμάτων της να αρνηθεί. Το αν αυτή η άρνηση ήταν ποιμαντικά σοφή είναι χωριστό ζήτημα, και οι συνέπειες αυτής της απόφασης τεκμηριώνονται σε ολόκληρο αυτό το βιβλίο. Αλλά κανονική ασυνεσία εκ μέρους ενός πατριαρχείου δεν εξουσιοδοτεί κανονικά τη μονομερή δράση ετέρου.

Τον επόμενο χρόνο, 1992, ο Φιλάρετος τέθηκε σε αργία. Το 1997, αναθεματίστηκε.[12] Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος αναγνώρισε αμφότερες τις πράξεις, όπως τεκμηριώθηκε ανωτέρω. Ο Φιλάρετος στη συνέχεια δημιούργησε το δικό του σχισματικό σώμα εκτός κανονικής τάξεως.

Η ψηφοφορία του 1991 δεν μπορεί αναδρομικά να νομιμοποιήσει οποιαδήποτε εκκλησία ο Φιλάρετος σχημάτισε αργότερα μετά το ανάθεμά του. Η κανονική Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία που υπέβαλε το αίτημα του 1991 υπάρχει σήμερα υπό τον Μητροπολίτη Ονούφριο. Εκείνη η εκκλησία δεν ζήτησε τον τόμο του 2018. Σε εκείνη τη εκκλησία δεν χορηγήθηκε ο τόμος του 2018. Εκείνη η εκκλησία ρητά αρνήθηκε να ενωθεί με τη OCU.


«Τι γίνεται με τις προσυνοδικές συμφωνίες;»

Η ένσταση εγείρεται ότι οι προσυνοδικές συμφωνίες του 1993 και 2009 δεν κυρώθηκαν ποτέ επισήμως στη Κρήτη, και ως εκ τούτου το τριμερές πλαίσιο (αίτημα, συγκατάθεση Μητρικής Εκκλησίας, πανορθόδοξη έγκριση) δεν είναι δεσμευτικό.[13]

Αυτό το επιχείρημα αποδεικνύει υπερβολικά πολλά. Αν εκείνες οι συμφωνίες δεν παρήγαγαν «τίποτα» επειδή δεν κυρώθηκαν ποτέ, τότε η Κωνσταντινούπολη επίσης δεν κέρδισε τίποτα νέο από αυτές. Το επιχείρημα δεν μπορεί να λειτουργεί μονόδρομα: η Κωνσταντινούπολη δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι οι παλαιοί περιορισμοί δεν ισχύουν πλέον ενώ ταυτοχρόνως διεκδικεί νέα προνόμια που δεν κυρώθηκαν ποτέ.

Αν οι προσυνοδικές συμφωνίες είναι άκυρες, επανερχόμαστε στη παραδοσιακή πρακτική, η οποία επίσης δεν υποστηρίζει τη μονομερή δράση. Για πάνω από χίλια χρόνια, η αυτοκεφαλία χορηγούνταν με τη συγκατάθεση της Μητρικής Εκκλησίας και τη αναγνώριση αδελφών Εκκλησιών. Η δήλωση του Βαρθολομαίου του 2001 και η δήλωση του Ζηζιούλα του 2009 περιγράφουν αυτή τη παραδοσιακή κατανόηση. Δεν επινοούσαν νέες απαιτήσεις· διατύπωναν εδραιωμένη ορθόδοξη πρακτική.


«Ποιο είναι το πρόβλημα αποστολικής διαδοχής;»

Ο Τόμος δεν χορηγήθηκε σε μία σχισματική ομάδα αλλά σε δύο, και τα κανονικά ελαττώματά τους διαφέρουν.

Η γραμμή Φιλαρέτου

Ο Φιλάρετος Ντενισένκο χειροτονήθηκε εγκύρως μέσω του Πατριαρχείου Μόσχας. Η αποστολική διαδοχή του είναι πραγματική. Αλλά καθαιρέθηκε το 1992 και αναθεματίστηκε το 1997, και ο Βαρθολομαίος αναγνώρισε αμφότερες τις πράξεις, όπως τεκμηριώθηκε ανωτέρω. Οποιεσδήποτε χειροτονίες ο Φιλάρετος τέλεσε ενόσω τελούσε υπό ανάθεμα είναι κανονικά ανίσχυρες: ένας καθαιρεθείς και αναθεματισμένος επίσκοπος δεν μπορεί να μεταδώσει αυτό που δεν έχει πλέον κανονική εξουσία να ασκεί. Ο Προκαθήμενος της OCU, Επιφάνιος Ντουμένκο, «χειροτονήθηκε» από τον Φιλάρετο ενόσω ο Φιλάρετος τελούσε υπό αυτό το ανάθεμα.[14]

Η Κωνσταντινούπολη ισχυρίζεται ότι «ήρε» το ανάθεμα του Φιλαρέτου το 2018. Αλλά η Κωνσταντινούπολη δεν είχε εφεσιμότητα δικαιοδοσίας να ανατρέψει τη συνοδική κρίση ετέρου πατριαρχείου, και ο ίδιος ο Βαρθολομαίος είχε ενεργά επιβάλει το ανάθεμα επί είκοσι ένα έτη. Αν η άρση ήταν κανονικά ανίσχυρη, κάθε χειροτονία τελεσθείσα υπό τη αναθεματισμένη εξουσία του Φιλαρέτου παραμένει κανονικά ανίσχυρη.

Η γραμμή Μαλέτιτς

Η άλλη συστατική ομάδα, η «Ουκρανική Αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία» (OAOE) υπό τον Μακάριο Μαλέτιτς, παρουσιάζει πολύ χειρότερο πρόβλημα. Ο Μαλέτιτς ήταν «καθηρημένος πρώην ιερέας της Ρωσικής Εκκλησίας “χειροτονημένος” ψευδοεπίσκοπος από καθαιρεθέντα Επίσκοπο και τον καθαιρεθέντα διάκονο της Ρωσικής Εκκλησίας, Βίκτωρ-Βιτάλι-Βίκτωρ Τσεκάλιν, τραγική προσωπικότητα με πλούσιο “ιστορικό” ως “ορθόδοξος” ψευδοεπίσκοπος, Ουνίτης, Προτεστάντης Πάστορας και καταδικασθείς παιδόφιλος που αφέθη σε σύνταξη, κηρυχθείς νομικά ανίκανος στη Αυστραλία.»[15]

Η «χειροτονία» του Μαλέτιτς ανάγεται στον Βασίλ Λιπκίβσκι, ο οποίος «χειροτονήθηκε» το 1921. Αλλά ο Λιπκίβσκι δεν χειροτονήθηκε από επισκόπους. «Χειροτονήθηκε» από ομάδα πρεσβυτέρων, διακόνων και λαϊκών οι οποίοι έθεσαν τα χέρια ο ένας στους ώμους του άλλου σε αλυσίδα.

Ο Μητροπολίτης Νικηφόρος περιγράφει αυτό το σκάνδαλο:

Ο ψευδοεπίσκοπος Βασίλ Λιπκίβσκι απέρριψε τους ιερούς κανόνες των Επτά Οικουμενικών Συνόδων, υιοθετώντας τους δικούς του, νέους, λεγόμενους Κιεβιανούς Κανόνες, και καθιέρωσε εγγάμους ιεράρχας χωρίς αποστολική διαδοχή… Ο Βασίλ Λιπκίβσκι χειροτονήθηκε εις τη επισκοπή κατ’ ακριβώς αυτόν τον τρόπον, όχι υπό επισκόπων, αλλά υπό πρεσβυτέρων, ιεροδιακόνων και λαϊκών. «Ο πρεσβύτερος αφού πρώτα ανέγνωσε τας ευχάς χειροτονίας, πάντα τα μέλη της συνελεύσεως έθεσαν τας χείρας αυτών εις τους ώμους αλλήλων, εκείνοι εις τον σολέα εις τους ώμους των διακόνων, οι διάκονοι εις τους ιερείς, και οι ιερείς εις τον υποψήφιον προς χειροτονίαν.»

— Μητροπολίτης Νικηφόρος Κύκκου, The Ecclesial Crisis in Ukraine

Ονομάστε το ό,τι είναι: κατασκεύασμα, όχι αποστολική διαδοχή.

Δύναται ένας Πατριάρχης να «θεραπεύσει» αυτό;

Κανένας πατριάρχης δεν δύναται, δια διατάγματος, να μετατρέψει λαϊκό σε επίσκοπο. Κανένας πατριάρχης δεν δύναται να κηρύξει ότι χείρες τεθείσαι υπό λαϊκών μεταδίδουν αυτό που μόνο επίσκοποι μπορούν να μεταδώσουν. Ο Μητροπολίτης Νικηφόρος θέτει το ερώτημα που οι απολογητές της OCU δεν μπορούν να απαντήσουν:

Κατόπιν ὅλων αὐτῶν, «μέ ποιά ἐσωτερική ἀρχιερατική συνείδηση μπορεῖ κάποιος Ἐπίσκοπος νά προβεῖ σέ ἀναγνώριση τέτοιων “χειροτονιῶν”; Δέν πρόκειται περί ἀμφισβήτησης τῆς ἠθικῆς καθαρότητας κάποιων προσώπων, ἀλλά γιά τήν ὀντολογική ἀνυπαρξία τοῦ ἴδιου τοῦ ἐσωτάτου πυρῆνα τῆς Ἀρχιερωσύνης. Δέν ἔχουμε ἠθικό ἀλλά ὀντολογικό “μολυσμό” τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Σώματος σέ πανορθόδοξο ἐπίπεδο»

— Μητροπολίτης Νικηφόρος Κύκκου, The Ecclesial Crisis in Ukraine[16]

Ο Νικηφόρος ρωτά: «Δεν θα έπρεπε αμφότεροι ο Μακάριος και η ομάδα του να αναχειροτονηθούν;» Δεν αναχειροτονήθηκαν. Καμία αναχειροτονία δεν πραγματοποιήθηκε. Η Κωνσταντινούπολη απλώς τους κήρυξε κανονικούς δια πατριαρχικής πράξεως.[17]

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διαθέτει τη δυνατότητα οικονομίας για υποδοχή εκείνων με ακανόνιστες χειροτονίες, αλλά μόνο δια συνοδικής πράξεως. Όπως γράφει ο Νικηφόρος, «στη Ορθόδοξη Εκκλησία έχουμε το συνοδικό δημοκρατικό σύστημα, σύμφωνα με το οποίο όλες οι αυτοκέφαλες Εκκλησίες, υπό τη προεδρία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, συνάγονται συνοδικώς και αποφασίζουν πώς θα αντιμετωπίσουν σχίσματα και θα εφαρμόσουν κατάλληλη οικονομία σε ανίσχυρες χειροτονίες.» Η λέξη-κλειδί είναι «συνοδικώς»: όχι μονομερώς, όχι δι’ ενός πατριαρχικού διατάγματος, αλλά υπό του συνοδικού σώματος ομού.[18]

Το αποτέλεσμα: Οντολογική αβεβαιότητα

Η «ενωτική σύνοδος» του Δεκεμβρίου 2018 συγχώνευσε αυτές τις δύο ομάδες σε ενιαίο σώμα. Η OCU τώρα περιλαμβάνει κληρικούς και από τις δύο γραμμές: κάποιους των οποίων η αποστολική διαδοχή ανάγεται μέσω των κανονικά αμφίβολων μετα-αναθεματικών χειροτονιών του Φιλαρέτου, και άλλους των οποίων η διαδοχή ανάγεται μέσω της αλυσίδας λαϊκών του Λιπκίβσκι. Δεν πραγματοποιήθηκαν αναχειροτονίες. Δεν εφαρμόστηκε συνοδική οικονομία. Οι δύο γραμμές απλώς συγχωνεύτηκαν και κηρύχθηκαν κανονικές.

Το αποτέλεσμα είναι αυτό που ο Νικηφόρος αποκαλεί «οντολογική μόλυνση σε πανορθόδοξο επίπεδο». Οι πιστοί στη Ουκρανία δεν μπορούν να γνωρίζουν αν ο ιερέας τους στη OCU κατέχει έγκυρη αποστολική διαδοχή ή κατάγεται από το κατασκεύασμα του Λιπκίβσκι. Εκείνοι που συλλειτουργούν με κληρικούς της OCU, ή μεταλαμβάνουν σε θυσιαστήρια της OCU, δεν μπορούν να γνωρίζουν αν λαμβάνουν τα Άγια Μυστήρια ή τίποτα απολύτως.


«Δεν χορηγούσε πάντοτε η Κωνσταντινούπολη αυτοκεφαλία σε σχισματικούς;»

Ο ισχυρισμός εγείρεται μερικές φορές ότι η Κωνσταντινούπολη ιστορικά χορηγούσε αυτοκεφαλία σε σχισματικές ομάδες, οπότε η OCU δεν διαφέρει. Αυτό είναι ψευδές. Οι ιστορικές περιπτώσεις διαφέρουν από τη OCU σε κάθε σχετική πτυχή.[19]

Σερβία (1879), Ρουμανία (1885), Πολωνία (1924), Αλβανία (1937): Σε κάθε περίπτωση, υπήρχε έγκυρη αποστολική διαδοχή. Κανένας επίσκοπος δεν τελούσε υπό προσωπικό ανάθεμα. Η χορήγηση αναγνωρίστηκε τελικά από όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες.

Βουλγαρία: Η Βουλγαρική Εκκλησία βρισκόταν σε σχίσμα από το 1872 ώς το 1945. Η Κωνσταντινούπολη χορήγησε αυτοκεφαλία το 1945, μετά τη θεραπεία του σχίσματος και τη αποκατάσταση κοινωνίας. Η αναγνώριση ήρθε μετά τη κανονική συμφιλίωση, όχι κατά τη διάρκεια σχίσματος.

Ελλάδα (1850): Η Ελλάδα κήρυξε μονομερώς αυτοκεφαλία το 1833 και βρισκόταν σε ακανόνιστη κατάσταση επί δεκαεπτά έτη. Η Κωνσταντινούπολη χορήγησε τόμο το 1850 που νομιμοποίησε τη κατάσταση. Κρίσιμο: η έγκυρη αποστολική διαδοχή είχε διατηρηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια· κανένας Έλληνας επίσκοπος δεν αναθεματίστηκε ποτέ· και ο τόμος αναγνωρίστηκε οικουμενικά.

Η OCU διαφέρει σε κάθε σημείο:

  • Έγκυρη αποστολική διαδοχή — η γραμμή Μακαρίου Μαλέτιτς της OCU δεν έχει.
  • Κανείς επίσκοπος υπό προσωπικό ανάθεμα — ο Φιλάρετος ήταν αναθεματισμένος.
  • Η αναγνώριση ήρθε μετά τη θεραπεία — ο τόμος της OCU χορηγήθηκε κατά τη διάρκεια ενεργού σχίσματος.
  • Ακολούθησε οικουμενική ορθόδοξη αναγνώριση — η πλειοψηφία Ορθοδόξων Εκκλησιών εξακολουθεί να αρνείται αναγνώριση της OCU.
  • Το αίτημα προήλθε από κανονικό σώμα στο έδαφος — το αίτημα της OCU προήλθε από σχισματικούς.
  • Η συγκατάθεση Μητρικής Εκκλησίας τελικά επιτεύχθη — η συγκατάθεση Μόσχας δεν ζητήθηκε ποτέ καν.

Οι ιστορικοί παραλληλισμοί δεν υποστηρίζουν τη OCU. Τη καταδικάζουν.


«Αυτό είναι απλώς ρωσική προπαγάνδα;»

Μήπως κάποιος απορρίψει αυτή τη ανάλυση ως «ρωσική προπαγάνδα», ας θεωρήσει τη μαρτυρία του Μητροπολίτη Καλλίστου (Ware) Διοκλείας, ιεράρχη του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ενός από τους πλέον σεβαστούς Ορθοδόξους θεολόγους στον αγγλόφωνο κόσμο.

Το 2018, ο Μητροπολίτης Κάλλιστος δήλωσε δημοσίως:

Μολονότι είμαι μητροπολίτης του Οικουμενικού Πατριαρχείου, δεν είμαι καθόλου ευχαριστημένος με τη θέση που έλαβε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Με κάθε σεβασμό προς τον Πατριάρχη μου, υποχρεούμαι να πω ότι συμφωνώ με τη άποψη που εξέφρασε το Πατριαρχείο Μόσχας ότι η Ουκρανία ανήκει στη Ρωσική Εκκλησία.

Μητροπολίτης Κάλλιστος (Ware) Διοκλείας, 2018

Ένας ιεράρχης της Κωνσταντινουπόλεως, δεσμευόμενος υπό υπακοή στον πατριάρχη του, ένιωσε ωστόσο αναγκασμένος εκ συνειδήσεως να δηλώσει δημοσίως ότι η θέση της Μόσχας είναι ορθή.

Ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος Αλβανίας, Έλληνας ιεραπόστολος χωρίς σύνδεση με το Πατριαρχείο Μόσχας, αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη OCU και κάλεσε σε Πανορθόδοξη σύνοδο, προειδοποιώντας ότι οι πράξεις της Κωνσταντινουπόλεως «απέτυχαν να θεραπεύσουν τις διαιρέσεις ενώ δημιούργησαν απειλή διαίρεσης της Οικουμενικής Ορθοδοξίας». Δεν συλλειτούργησε με τον Οικουμενικό Πατριάρχη τα τελευταία έξι χρόνια της ζωής του λόγω αυτού του ζητήματος.[20]

Όταν ο Επιφάνιος «ενθρονίστηκε» ως Προκαθήμενος της OCU, κανένας Προκαθήμενος άλλης αυτοκέφαλης εκκλησίας δεν παρέστη, κανένας επίσκοπος άλλης εκκλησίας δεν ήταν παρών, και κανένας δεν έστειλε τη συνηθισμένη συγχαρητήρια επιστολή. Αυτό είναι πρωτοφανές στη ορθόδοξη ιστορία: κάθε προηγούμενη χορήγηση αυτοκεφαλίας εορτάστηκε από τη σύνολη Εκκλησία ομού.[21]


«Τι γίνεται με τη “παπική κεφαλή” στον τόμο;»

Ο τόμος που χορηγήθηκε στη OCU περιέχει γλώσσα που δεν εμφανίζεται σε κανέναν προηγούμενο τόμο αυτοκεφαλίας εκδοθέντα από τη Κωνσταντινούπολη. Κηρύσσει ότι η OCU «αναγνωρίζει ως κεφαλήν αυτής τον αγιώτατον Αποστολικόν και Πατριαρχικόν Οικουμενικόν Θρόνον, καθ’ ον τρόπον και οι λοιποί πατριάρχαι και προκαθήμενοι».[22]

Ο Καθηγητής Παναγιώτης Μπούμης του Πανεπιστημίου Αθηνών έθεσε το αυτονόητο ερώτημα:

Πώς κηρύσσεται αναμφισβήτητα ότι μια Αυτοκέφαλη Εκκλησία αναγνωρίζει «τον Οικουμενικόν Θρόνον ως κεφαλήν αυτής» και πώς δύναται να λεχθεί ότι οι λοιποί πατριάρχαι το πράττουν; Ιδιαιτέρως όταν μεταξύ «των λοιπών πατριαρχών» περιλαμβάνονται οι Προκαθήμενοι αρχαίων Πατριαρχείων;

— Καθηγητής Παναγιώτης Ι. Μπούμης, Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Παρατηρήσεις στον Τόμο Αυτοκεφαλίας της Ουκρανικής Εκκλησίας», Romfea, 24 Ιανουαρίου 2019

Κανένας εκ των τόμων αυτοκεφαλίας εκδοθέντων υπό της Κωνσταντινουπόλεως τα τελευταία 170 έτη (Ελλάδα 1850, Σερβία 1879, Ρουμανία 1885, Πολωνία 1924, Αλβανία 1937, Βουλγαρία 1945, Τσεχία και Σλοβακία 1998) δεν ισχυρίζεται ότι η Κωνσταντινούπολη είναι η «κεφαλή» εκείνων των εκκλησιών.

Πρόκειται για καινοτομία. Κεφαλή της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι ο Χριστός μόνον, καθώς ο Απόστολος Παύλος διδάσκει: «πάντα ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ, καὶ αὐτὸν ἔδωκε κεφαλὴν ὑπὲρ πάντα τῇ ἐκκλησίᾳ, ἥτις ἐστὶ τὸ σῶμα αὐτοῦ» (Εφ. 1:22-23). Κανένας πατριάρχης δεν είναι κεφαλή της Εκκλησίας.

Η Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1895, υπογεγραμμένη υπό του Οικουμενικού Πατριάρχη Ανθίμου και δώδεκα μητροπολιτών Κωνσταντινουπόλεως, απέρριψε αυτήν ακριβώς τη αξίωση όταν η Ρώμη τη διατύπωσε:

Ο μόνος αιώνιος αρχηγός και αθάνατη κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός… Έκαστος επίσκοπος είναι κεφαλή και πρόεδρος της ιδίας ιδιαιτέρας Εκκλησίας, υποκείμενος μόνον εις τας συνοδικάς αποφάσεις και κρίσεις της οικουμενικής Εκκλησίας.

— Πατριαρχική Εγκύκλιος 1895, υπογεγραμμένη υπό του Οικουμενικού Πατριάρχη Ανθίμου και δώδεκα μητροπολιτών, παρατίθεται στον Μητροπολίτη Νικηφόρο Κύκκου, The Ecclesial Crisis in Ukraine, σ. 57

Η αξίωση του Πατριάρχη Βαρθολομαίου να είναι «κεφαλή» της Ορθοδόξου Εκκλησίας αντιφάσκει προς τη διδασκαλία των ιδίων του προκατόχων.


«Γιατί ο Μητροπολίτης Ονούφριος δεν μνημονεύει τον Βαρθολομαίο;»

Αν η UOC είναι κανονική και ανεξάρτητη από τη Μόσχα, γιατί ο Μητροπολίτης Ονούφριος δεν μνημονεύει τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τους λοιπούς Προκαθημένους που αναγνώρισαν τη OCU; Δεν αποδεικνύει αυτό ότι η UOC απλώς ακολουθεί τη πολιτική της Μόσχας;

Αυτή η ένσταση συγχέει δύο διακριτές κανονικές καταστάσεις.

Η UOC έπαυσε να μνημονεύει τον Πατριάρχη Κύριλλο βάσει του Κανόνα 15 της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ο οποίος επιτρέπει τον αποχωρισμό από ιεράρχη που κηρύσσει δημοσίως αίρεση, ακόμη και πριν από συνοδική δίκη (βλ. Κεφάλαιο 25). Τα αίτια είναι θεολογικά: η δημόσια διδασκαλία του Κυρίλλου σχετικά με τον πόλεμο, τη συγχώρεση ως «αδυναμία», τον «Ιερό Πόλεμο» και τη ιδεολογία «Ρωσικός Κόσμος» αντιφάσκουν προς ορθόδοξο δόγμα. Αυτά τεκμηριώνονται στο Μέρος V.

Η μη-αναγνώριση της OCU από τη UOC, και κατ’ επέκταση η σύνθετη σχέση της με εκείνους που αναγνώρισαν τη OCU, στηρίζεται σε διαφορετικά αίτια: τη κανονική ακανονικότητα αυτού του ίδιου του τόμου, όπως τεκμηριώνεται σε αυτό το παράρτημα. Μπορεί κανείς να αναγνωρίζει τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο ως κανονικό πατριάρχη, διάδοχο των αποστόλων με έγκυρη χειροτονία, ενώ ταυτοχρόνως κρατά ότι οι συγκεκριμένες πράξεις του στη Ουκρανία παραβίασαν τους κανόνες. Αυτές δεν είναι αντιφατικές θέσεις.

Η κατάσταση είναι γνησίως δύσκολη. Η UOC βρίσκεται αδυνατώντας να μνημονεύσει τον Κύριλλο (για λόγους αιρέσεως) και μη θέλοντας να αποδεχθεί τη μονομερή παρέμβαση του Βαρθολομαίου (για λόγους κανονικής τάξεως). Η θέση είναι απολύτως συνεπής. Οι ίδιοι κανόνες που καταδικάζουν τη δημόσια διδασκαλία του Κυρίλλου καταδικάζουν επίσης τον τρόπο δημιουργίας της OCU.

Εκείνοι που απαιτούν η UOC να πρέπει να επιλέξει μία πλευρά ή τη άλλη επιβάλλουν ψευδές δίλημμα. Η ορθόδοξη παράδοση επιτρέπει, και μερικές φορές απαιτεί, να στέκεται κανείς χωριστά από αμφότερα τα σφάλματα ταυτοχρόνως. Όπως τεκμηριώνεται στο Μέρος VI, αυτό είναι το πρότυπο του Αγίου Παϊσίου και του Μητροπολίτη Αυγουστίνου Καντιώτη: έπαυσαν να μνημονεύουν οικουμενιστές πατριάρχες ενώ αρνήθηκαν να ενωθούν με παλαιοημερολογίτικα σώματα. Απέρριψαν αμφότερα τον συμβιβασμό και το σχίσμα. Η κανονική πιστότητα μερικές φορές σημαίνει άρνηση όλων των επιλογών που προσφέρει η πολιτική σκοπιμότητα.

Η τρέχουσα θέση της UOC, μη μνημονεύοντας τον Κύριλλο ούτε εντασσόμενη στη OCU, αποτελεί η ίδια μια επιλογή: η παραμονή εντός κανονικής τάξεως ενώ αρνείται τη κοινωνία με πατριάρχη του οποίου η διδασκαλία αντιφάσκει προς τη πίστη.


Η ετυμηγορία

Σύμφωνα με τους ιερούς κανόνες, ο Τόμος Αυτοκεφαλίας χορηγηθείς υπό του Πατριάρχη Βαρθολομαίου είναι άκυρος:

  • Χορηγήθηκε από πατριάρχη χωρίς δικαιοδοσία επί του εδάφους (θεμελιωμένη υπό 332 ετών οικουμενικής αναγνώρισης και των ιδίων επιστολών του Βαρθολομαίου).
  • Χορηγήθηκε σε επισκόπους τους οποίους ο ίδιος είχε αναγνωρίσει ως καθαιρεθέντες και αναθεματισθέντες.
  • Χορηγήθηκε χωρίς τη συγκατάθεση της Μητρικής Εκκλησίας ή τη έγκριση των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών.
  • Χορηγήθηκε σε ομάδες περιλαμβάνουσες «επισκόπους» χωρίς αποστολική διαδοχή οιουδήποτε είδους.

Οι κανονικές συνέπειες είναι σοβαρές. Αποστολικός Κανών 10: «Εάν τις προσεύχηται μετά ακοινωνήτου, έστω και κατ’ οίκον, ούτος αφοριζέσθω[23] Αποστολικός Κανών 11: «Εάν τις κληρικός ών συμπροσεύχηται μετά καθηρημένου κληρικού ωσάν κληρικού, καθαιρείσθω και αυτός[24] Κανών 2 της Συνόδου Αντιοχείας: «Εάν επίσκοπος, πρεσβύτερος, διάκονος ή οιοσδήποτε του Κανόνος ευρεθεί κοινωνών μετά ακοινωνήτων, αφοριζέσθω και αυτός, ως εισάγων σύγχυσιν εις τη τάξιν της Εκκλησίας.»[25]

Εκείνοι που συλλειτουργούν με κληρικούς της OCU, ή μεταλαμβάνουν σε θυσιαστήρια της OCU, υπόκεινται σε αυτούς τους κανόνες.

Γλωσσάριο Συντομογραφιών
Συνεχίστε την ανάγνωση
  1. Μητροπολίτης Νικηφόρος Κύκκου και Τηλλυρίας, The Ecclesial Crisis in Ukraine and Its Solution According to the Sacred Canons (Unorthodox Media, 2020).

  2. Ο Μητροπολίτης Νικηφόρος Κύκκου τεκμηριώνει ότι τα ίδια τα επίσημα Συντάγματα (κανονικές συλλογές) της Κωνσταντινουπόλεως του 1797, 1829, 1896 και 1902 κατέτασσαν όλα το Κίεβο ως ανήκον στη Μόσχα. Οι δικοί της θεολόγοι της Κωνσταντινουπόλεως, μεταξύ αυτών ο Αρχιμανδρίτης Καλλίνικος Δελικάνης (πατριαρχικός αρχειοφύλαξ), ο Καθηγητής Βλάσιος Φειδάς και ο Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης, έγραψαν ότι το Κίεβο εκχωρήθηκε στη Μόσχα. Βλ. The Ecclesial Crisis in Ukraine.

  3. Πατριάρχης Βαρθολομαίος, ομιλία στη Λαύρα των Σπηλαίων Κιέβου (26 Ιουλίου 2008): «Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Δ΄ έκρινε ότι ήτο αναγκαίον… όπως η Εκκλησία της Ουκρανίας υπαχθή εκκλησιαστικώς εις το Πατριαρχείον Μόσχας.» Κάλυψη: Euromaidan Press, «Bartholomew’s 2008 recognition of Russian jurisdiction.»

  4. Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄, Επιστολή προς Πατριάρχη Αλέξιο Β΄ Μόσχας (26 Αυγούστου 1992). Παρατεθείσα στο «Statement by the Holy Synod of the Russian Orthodox Church concerning the encroachment of the Patriarchate of Constantinople on the canonical territory of the Russian Church», 15 Οκτωβρίου 2018, https://mospat.ru/en/2018/10/15/news165263, και αναπαραγμένη επίσης στο https://mospat.ru/en/articles/87853/. Το κρίσιμο χωρίο αναφέρει: «Η Αγία Μεγάλη Εκκλησία του Χριστού, αναγνωρίζουσα τη πλήρη και αποκλειστική αρμοδιότητα της Αγιωτάτης Ρωσικής Εκκλησίας επί αυτού του ζητήματος, αποδέχεται συνοδικώς τη απόφαση επ’ αυτού.» Η επιστολή διατηρείται στα αρχεία του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας.

  5. Πατριάρχης Βαρθολομαίος Α΄, Επιστολή προς Πατριάρχη Αλέξιο Β΄ Μόσχας (7 Απριλίου 1997), εν απαντήσει στη επιστολή του Αλεξίου αρ. 79 της 6ης Μαρτίου 1997, σχετικά με τον αναθεματισμό του Φιλαρέτου Ντενισένκο. Η επιστολή αναφέρει: «Λαβόντες γνώσιν της εν λόγω αποφάσεως, ενημερώσαμεν τη ιεραρχίαν του Οικουμενικού Θρόνου μας και παρεκαλέσαμεν αυτήν να μη έχη εφεξής εκκλησιαστικήν κοινωνίαν μετά των εν λόγω προσώπων.» Ο Βαρθολομαίος όχι μόνο αποδέχθηκε την καταδίκη του Φιλαρέτου, αλλά παρότρυνε όλους τους Ορθόδοξους ιεράρχες να αρνούνται κοινωνία μαζί του. Είκοσι ένα χρόνια αργότερα (2018), θα «αποκαθιστούσε» τον ίδιο Φιλάρετο χωρίς να απαιτήσει μετάνοια. Φωτογραφημένο πρωτότυπο αναπαραγμένο στο OrthoChristian, 18 Οκτωβρίου 2018, https://orthochristian.com/116803.html· παρατεθέν στο «Statement by the Holy Synod of the Russian Orthodox Church», 15 Οκτωβρίου 2018, https://mospat.ru/en/2018/10/15/news165263.

  6. Ο Μητροπολίτης Νικηφόρος αφιερώνει ολόκληρο κεφάλαιο (σσ. 31-45) στο ζήτημα αν η Κωνσταντινούπολη έχει κανονικό δικαίωμα να δέχεται εκκλήτους πέραν των δικαιοδοτικών ορίων της. Αποδεικνύει ότι η Σύνοδος της Καρθαγένης (418-424) απέρριψε ρητά τις εφεσιμότητες αξιώσεις της Παλαιάς Ρώμης, ότι ο Κανών 2 της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου επικύρωσε την απόρριψη της Καρθαγένης με πανορθόδοξη ισχύ, και ότι ο σχολιασμός του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη στον Κανόνα 9 της Χαλκηδόνος περιορίζει τη δικαιοδοσία εκκλήτου της Κωνσταντινουπόλεως στις δικές της εκκλησίες (Θράκη, Πόντος, Ασία). Το συμπέρασμά του: «Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου όχι μόνο εξεδίκασε εκκλήτους χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα να το πράξει, αλλά και ανέτρεψε την καθαίρεση του Φιλαρέτου Ντενισένκο και της σχισματικής ομάδας του χωρίς τις αναγκαίες προϋποθέσεις που τίθενται από τους ιερούς κανόνες.» Βλ. The Ecclesial Crisis in Ukraine.

  7. Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, σχολιασμός στον Κανόνα 9 της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, εν Πηδαλίῳ, σσ. 191-193. Παρατεθείς εκτενώς υπό του Μητροπολίτη Νικηφόρου, The Ecclesial Crisis in Ukraine, σσ. 37-40. Ο κανονολόγος Ζωναράς επιβεβαιώνει: «Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως είναι κριτής μόνον των υποκειμένων εις αυτόν.» Ο κανονολόγος Βαλσαμών συμφωνεί: ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως δικαιούται εκδίκασης εκκλήτων «μόνον εκείνων των Μητροπολιτών που υπόκεινται εις αυτόν, όχι εκείνων που υπόκεινται εις άλλους Πατριάρχας.»

  8. Πρωτότυπο ελληνικό: «Ὅτι μέν γάρ ὁ Κωνσταντινουπόλεως οὐκ ἔχει ἐξουσίαν ἐνεργεῖν εἰς τάς Διοικήσεις καί ἐνορίας τῶν ἄλλων Πατριαρχῶν, οὔτε εἰς αὐτόν ἐδόθη ἀπό τόν Κανόνα τοῦτον ἡ ἔκκλητος ἐν τῇ καθόλου Ἐκκλησίᾳ…. «μόνον τῶν ὑποκειμένων τῷ Κωνσταντινουπόλεως ἔχει ὁ Κωνσταντινουπόλεως τάς ἐκκλήτους, ὥσπερ καί μόνον τῶν ὑποκειμένων τῷ Ρώμης, ἔχει ὁ Ρώμης τάς ἐκκλήτους»»

  9. Νεαρά 123 Ιουστινιανού: «Ο Πατριάρχης της Διοικήσεως θα καθορίζει τα σύμφωνα προς τους εκκλησιαστικούς Κανόνας και τους νόμους, και κανένα μέρος δεν δύναται να αντιτάξει στη απόφασή του.» Λέων ο Σοφός, Τίτλος 1: «Το δικαστήριο του Πατριάρχη δεν υπόκειται σε έφεση, ούτε δύναται να δικαστεί εκ νέου υπό ετέρου, καθότι αποτελεί τη πηγή εκκλησιαστικών υποθέσεων.» Ιουστινιανός, Εκκλησιαστική Συλλογή, Βιβλίο 1, Τίτλος 4, Κεφάλαιο 29: «Νομοθετήθηκε από τους προ ημών Αυτοκράτορες ότι δεν δύναται να υπάρξει έφεση κατά των αποφάσεων των Πατριαρχών.» Η πολιτική νομοθεσία είναι ομόφωνη: η κρίση κάθε πατριάρχη είναι τελική εντός της δικής του δικαιοδοσίας και δεν μπορεί να εφεσιβληθεί σε άλλο πατριάρχη. Παρατεθέντα στον Μητροπολίτη Νικηφόρο, The Ecclesial Crisis in Ukraine, σσ. 38-39.

  10. Κανών 25 της Πενθέκτης Συνόδου (Τρούλλος, 692): «Ως προς τας λοιπάς επισκοπάς και επαρχίας πανταχού, τα αρχαία έθη θα τηρώνται. Εάν εντός τριάκοντα ετών γεγένηται ή γένηται διένεξίς τις, επιτρέπεται εις τους θεωρούντας εαυτούς αδικηθέντας να παραπέμψουν το ζήτημα εις τη επαρχιακή σύνοδον.» Αυτό επιβεβαιώνει τη 30ετή παραγραφή επί δικαιοδοτικών αξιώσεων.

  11. Την 1η-3η Νοεμβρίου 1991, η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία συγκάλεσε εθνικό σόμπορ μετά τη ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Οι αντιπρόσωποι υιοθέτησαν ψήφισμα να «απευθυνθούν στη Αυτού Αγιότητα Πατριάρχη Μόσχας και Πάσης Ρωσίας Αλέξιο Β΄ και τη επισκοπή της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας με αίτημα χορηγήσεως πλήρους κανονικής ανεξαρτησίας, ήτοι αυτοκεφαλίας, στη Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία.» Ο Μητροπολίτης Φιλάρετος, ως κανονικός Μητροπολίτης Κιέβου, διαβίβασε επισήμως αυτό το αίτημα στη Μόσχα. Η Ιεραρχική Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας απέρριψε τη αίτηση τον Απρίλιο 1992. Βλ. https://risu.ua/en/ukrainian-orthodox-church-kyivan-patriarchate_n52321 και https://orthochristian.com/116586.html.

  12. Στις 11 Ιουνίου 1992, η Σύνοδος Επισκόπων της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας καθαίρεσε τον Φιλάρετο Ντενισένκο. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνώρισε αυτή τη πράξη σε επιστολή Ιουλίου 1992 προς τον Πατριάρχη Αλέξιο Β΄. Το 1997, η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία αναθεμάτισε τον Φιλάρετο. Βλ. https://orthochristian.com/116586.html

  13. Η Διορθόδοξη Προπαρασκευαστική Επιτροπή συνήλθε στο Σαμπεζύ το 1993 και 2009 για να συζητήσει «Αυτοκεφαλία και τρόποι κηρύξεώς της». Επετεύχθη συμφωνία ότι δεν υπάρχει αυτοκεφαλία χωρίς (1) συγκατάθεση Μητρικής Εκκλησίας και (2) πανορθόδοξη συναίνεση. Το μόνο ανεπίλυτο ζήτημα ήταν διαδικαστικό: πώς θα εμφανίζονταν οι υπογραφές των Προκαθημένων στον τόμο. Η συνάντηση του 2009 υιοθέτησε διατύπωση που προϋπέθετε υπογραφές όλων των Προκαθημένων. Βλ. «We have reached consensus on the autocephaly procedure», Moscow Patriarchate DECR, https://mospat.ru/en/news/57316/

  14. Μητροπολίτης Νικηφόρος, The Ecclesial Crisis in Ukraine, σ. 28: Το Οικουμενικό Πατριαρχείο «προέβη στη σύγκληση λεγομένης Ενωτικής Συνόδου, η οποία εξέλεξε ως Προκαθήμενο τον “Μητροπολίτη” Επιφάνιο Ντουμένκο, ο οποίος “χειροτονήθηκε” υπό του καθηρημένου και αναθεματισθέντος Φιλαρέτου Ντενισένκο.»

  15. Μητροπολίτης Νικηφόρος, The Ecclesial Crisis in Ukraine, σ. 26, παραθέτοντας τεκμηρίωση επί του «χειροτονήσαντος» τον Μαλέτιτς. Το τεκμηριωμένο ιστορικό του Βίκτωρ-Βιτάλι-Βίκτωρ Τσεκάλιν περιλαμβάνει θητεία ως «ορθόδοξου» ψευδοεπισκόπου, Ουνίτη, Προτεστάντη πάστορα και καταδικασθέντος εγκληματία που κρίθηκε νομικά παράφρων στην Αυστραλία. Η αλυσίδα «διαδοχής» που παρήγαγε την επισκοπή του Μαλέτιτς διέρχεται από αυτό το πρόσωπο.

  16. Πρωτότυπο ελληνικό: «Κατόπιν ὅλων αὐτῶν, «μέ ποιά ἐσωτερική ἀρχιερατική συνείδηση μπορεῖ κάποιος Ἐπίσκοπος νά προβεῖ σέ ἀναγνώριση τέτοιων “χειροτονιῶν”; Δέν πρόκειται περί ἀμφισβήτησης τῆς ἠθικῆς καθαρότητας κάποιων προσώπων, ἀλλά γιά τήν ὀντολογική ἀνυπαρξία τοῦ ἴδιου τοῦ ἐσωτάτου πυρῆνα τῆς Ἀρχιερωσύνης. Δέν ἔχουμε ἠθικό ἀλλά ὀντολογικό “μολυσμό” τοῦ Ἐπισκοπικοῦ Σώματος σέ πανορθόδοξο ἐπίπεδο»»

  17. Μητροπολίτης Νικηφόρος, The Ecclesial Crisis in Ukraine, σ. 46: «Αναφορικώς προς εκείνους οι οποίοι έλαβον χειροτονίαν υπό του αυτοχειροτονήτου, αχειροτονήτου, Μακαρίου Μαλέτιτς και της ομάδος αυτού, δύναταί τις ευλόγως να αναρωτηθεί: Πώς δύναται η ιερωσύνη αυτοχειροτονηθέντων ατόμων να κυρωθεί; Δύναται μόνος ο Οικουμενικός Πατριάρχης να θεραπεύσει τη έλλειψη αποστολικής διαδοχής δια Πράξεως; Δεν θα έπρεπε αμφότεροι ο Μακάριος και η ομάδα του να αναχειροτονηθούν;»

  18. Μητροπολίτης Νικηφόρος, The Ecclesial Crisis in Ukraine, σ. 29. Οι κανόνες που διέπουν τη υποδοχή σχισματικών (Κανών 8 Α΄ Οικουμενικής, Κανόνες 4 και 7 Β΄ Οικουμενικής) απαιτούν: (1) ειλικρινή μετάνοια εκ μέρους των σχισματικών, (2) πρόθυμη επιστροφή στη Εκκλησία από τη οποία αποχωρίστηκαν, και (3) υποταγή στους κανονικούς επισκόπους, «ώστε να μη υπάρχουν δύο επίσκοποι στην ίδια πόλη». Καμία από αυτές τις προϋποθέσεις δεν πληρούνταν στη περίπτωση της OCU. Η εφαρμογή οικονομίας σε ανίσχυρες χειροτονίες είναι νόμιμο κανονικό εργαλείο, αλλά απαιτεί συνοδική πράξη από ολόκληρη την Εκκλησία, όχι μονομερές πατριαρχικό διάταγμα.

  19. Για τη ιστορία αυτών των αυτοκεφαλιών: η Σερβία κήρυξε αυτοκεφαλία το 1832 και αναγνωρίστηκε από την Κωνσταντινούπολη το 1879 μετά την πολιτική ανεξαρτησία του 1878. Η Ρουμανία κήρυξε αυτοκεφαλία το 1865 και αναγνωρίστηκε από την Κωνσταντινούπολη το 1885. Η Πολωνία έλαβε αυτοκεφαλία από την Κωνσταντινούπολη το 1924. Η Αλβανία κήρυξε αυτοκεφαλία το 1922, τέθηκε υπό σχίσμα, και έλαβε αναγνώριση αφού ζήτησε συγχώρηση το 1937. Η Βουλγαρία βρισκόταν σε σχίσμα από το 1872 (όταν η Κωνσταντινούπολη καταδίκασε τον «εθνοφυλετισμό») έως το 1945, όταν η Κωνσταντινούπολη ταυτοχρόνως ήρε το σχίσμα και χορήγησε αυτοκεφαλία. Η Ελλάδα κήρυξε αυτοκεφαλία το 1833 χωρίς κανονική αναγνώριση· η Κωνσταντινούπολη εξέδωσε τόμο το 1850. Βλ. Matthew Namee, «When Did Today’s Autocephalous Churches Come into Being?», Orthodox History, 24 Μαΐου 2022, https://www.orthodoxhistory.org/2022/05/24/when-did-todays-autocephalous-churches-come-into-being/

  20. Αρχιεπίσκοπος Αναστάσιος Τιράνων και Πάσης Αλβανίας, επιστολή προς Πατριάρχη Βαρθολομαίο, 14 Ιανουαρίου 2019. Πλήρες κείμενο: orthodoxalbania.org. Η δεύτερη επιστολή του, της 21ης Μαρτίου 2019, απαντώντας σημείο προς σημείο στην απάντηση του Βαρθολομαίου, δημοσιεύθηκε στο mospat.ru. Σε συνέντευξη 2020, δήλωσε: «Οι πρωτοβουλίες στη Ουκρανία, μετά δύο ήδη έτη, προφανώς δεν απέφεραν το επιθυμητό θεραπευτικό αποτέλεσμα. Ούτε ειρήνη ούτε ενότης επετεύχθη για τα εκατομμύρια Ουκρανών Ορθοδόξων. Αντ’ αυτού, η διαμάχη και η διαίρεση εξαπλώθηκαν σε λοιπές τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες.»

  21. Μητροπολίτης Νικηφόρος Κύκκου, The Ecclesial Crisis in Ukraine, σ. 29: «Κατά τη “ενθρόνιση” του Επιφανίου, κανείς Προκαθήμενος (πλην του Οικουμενικού Πατριάρχη), ή επίσκοπος ετέρας Αυτοκεφάλου Εκκλησίας δεν παρίστατο, και κανείς εκ των εκπροσώπων τους δεν απέστειλε τη συνήθη συγχαρητήρια επιστολή.»

  22. Ο Τόμος Αυτοκεφαλίας χορηγηθείς στη OCU (6 Ιανουαρίου 2019) αναφέρει ότι η OCU «αναγνωρίζει ως κεφαλήν αυτής τον αγιώτατον Αποστολικόν και Πατριαρχικόν Οικουμενικόν Θρόνον, καθ’ ον τρόπον και οι λοιποί πατριάρχαι και προκαθήμενοι». Αυτή η γλώσσα δεν εμφανίζεται σε κανέναν προηγούμενο τόμο αυτοκεφαλίας εκδοθέντα υπό της Κωνσταντινουπόλεως.

  23. Αποστολικός Κανών 10: «Εάν τις προσεύχηται, κἂν ἐν οἴκῳ, μετὰ ἀκοινωνήτου, οὗτος ἀφοριζέσθω.» Κείμενο εν Πηδαλίῳ.

  24. Αποστολικός Κανών 11: «Εἴ τις κληρικὸς ὢν τῷ καθῃρημένῳ συνεύξηται ὡς κληρικῷ, καθαιρείσθω καὶ αὐτός.» Κείμενο εν Πηδαλίῳ.

  25. Κανών 2 Συνόδου Αντιοχείας (341): «Εἴ τις ἐπίσκοπος ἢ πρεσβύτερος ἢ διάκονος ἤ τις τοῦ Κανόνος εὑρεθῇ τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, ἀκοινώνητος ἔστω καὶ αὐτός, ὡς συγχέων τὸν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας.» Κείμενο εν Πηδαλίῳ.

Press Esc or click anywhere to close